Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2009

Πώς μπορώ να συνεισφέρω ως ευσυνείδητος επαγγελματίας ψυχικής υγείας στην οριστική χρονιοποίηση των πελατών μου;

Άννα Εμμανουηλίδου
Ψυχολόγος


„Πώς μπορώ να συνεισφέρω ως ευσυνείδητος επαγγελματίας ψυχικής υγείας στην οριστική χρονιοποίηση των πελατών μου;“

ένα πείραμα επανεξέτασης των „επαγγελματικών αυτονόητων“ στο ψυχοκοινωνικό παιχνίδι σε μια πορεία αυτοβοήθειας των επαγγελματιών ψυχικής υγείας


Εισαγωγή

΄Οταν ξεκινά κανείς να συζητήσει θέματα, που άπτονται διαπροσωπικών σχέσεων, όπως της σχέσης του επαγγελματία ψυχικής υγείας με τον πελάτη του, πρέπει να είναι σε όλους ξεκάθαρο ότι σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν μπορεί να είναι η ποιότητα της σχέσης, που τίθεται σε κριτική ή σε αξιολόγηση. Η διαπροσωπική σχέση αποτελεί έναν αυστηρά προσωπικό χωροχρόνο των μελών της, τον οποίο μόνο αυτά μπορούν να σχολιάσουν και να ορίσουν.
Αυτό όμως, που είναι σημαντικό και ενδιαφέρον σε μια διαδικασία προβληματισμού και ενδεχομένως αξιολόγησης, είναι η αφαιρετική παρατήρηση και ανάλυση συγκεκριμένων τάσεων συμπεριφοράς. Σ’ αυτήν την εργασία συζητιούνται ορισμένες τέτοιες τάσεις συμπεριφοράς, που παρατηρούνται ιδιαίτερα συχνά σε δομές που δουλεύουν με λεγ. ψυχικά πάσχοντα[1] πρόσωπα και δυσχεραίνουν την επαφή μαζί τους και την επίτευξη (κοινών) θεραπευτικών ή άλλων στόχων. Ταυτόχρονα όμως επιβαρύνουν ψυχικά σε μεγάλο βαθμό και τους ίδιους τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, καθώς τους φέρνουν αντιμέτωπους με καταστάσεις ή αισθήματα „αποτυχίας“, ματαίωσης και στην πορεία απώλειας ενδιαφέροντος για την δουλειά τους.
Στόχος μιας τέτοιας αναλυτικής παρατήρησης είναι η προσφορά ερεθισμάτων για μια πιθανή επανεξέταση ή τροποποίηση των επαγγελματικών αυτονόητων στη δουλειά με ψυχικά πάσχοντες, που θα μπορούσε να λειτουργήσει πιο αποτελεσματικά και ενδεχομένως ανακουφιστικά και για τις δύο πλευρές της σχέσης.
Πίσω από ένα τέτοιο εγχείρημα βρίσκεται η άποψη ότι ο τρόπος αντίληψης, συνύπαρξης, επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης στην καθημερινή επαφή των ανθρώπων μεταξύ τους μπορεί - παρά την αναμφισβήτητα αποφασιστική επίδραση που δέχεται από το σύστημα-πλαίσιο στο οποίο λαμβάνει χώρα - να κερδίσει σε κάποιον βαθμό μια ανεξαρτησία από αυτό και ως τέτοιο να επιφέρει άμεσες ή μεσοπρόθεσμες αλλαγές στο ίδιο το πλαίσιο. Το θεωρητικό υπόβαθρο του προβληματισμού αυτού στηρίζεται στις κονστρουκτιβιστικές επιρροές της συστημικής θεωρίας και πράξης.

Σ’ αυτό το άρθρο θα παρουσιαστούν καταρχήν μια σειρά από θέσεις, που αποτελούν παγιωμένες αντιλήψεις των εργαζομένων σε ψυχοκοινωνικές δομές σχετικά με τα λεγ. ψυχικά πάσχοντα πρόσωπα και στις οποίες δίνουμε το όνομα “επαγγελματικά αυτονόητα προς επανεξέταση“. Αυτές οι θέσεις απομονώθηκαν σε μια διαδικασία κοινής διερεύνησης του θέματος με πελάτες ψυχιατρικών δομών (κατοίκους προστατευόμενων διαμερισμάτων για ψυχικά πάσχοντες) στην Γερμανία και θεωρήθηκαν από τους ανθρώπους αυτούς ως οι πιο αντιιροσωπευτικές για τον τρόπο αλληλεπίδρασής τους με τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας και ως προβληματικές για την επίτευξη χειραφετητικών θεραπευτικών στόχων.
Παρατίθενται εδώ με τον όρο „τάσεις“, γιατί πράγματι μπορούν να διαφέρουν στις διαβαθμίσεις ή τις λεπτομέρειές τους σημαντικά ανάλογα με το εκάστοτε πλαίσιο, διατηρούν όμως παρόλ’ αυτά ως προς τις συνέπειές τους τις ομοιότητες αυτές, που χρωματίζουν αποφασιστικά και σε μεγάλη έκταση την επαγγελματική πρακτική - όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και όλες τις δυτικές χώρες, που βρίσκονται τα τελευταία χρόνια σε μια έντονη διαδικασία επαγγελματικοποίησης του ψυχοκοινωνικών χώρου και των λειτουργών του, χωρίς να έχουν κατορθώσει ακόμα να χειραφετηθούν από παλαιότερες πατερναλιστικές και φιλανθρωπίστικες επιρροές.
Αυτές οι θέσεις-τάσεις και οι συνέπειές τους είναι εδώ επίτηδες ακραία διατυπωμένες, ώστε να έρθει στην επιφάνεια και να τονιστεί το μήνυμα που μεταβιβάζεται μέσα απ’ αυτές. Στη θέση τους θα μπορούσαν να συζητηθούν ενδεχομένως άλλες - ή και άλλες - αντιλήψεις, που στην καθημερινή πρακτική θα αναγνωριστούν από τους εκάστοτε ενδιαφερόμενους επαγγελματίες ως καθοριστικές για τον τρόπο συνύπαρξης και δουλειάς με τους πελάτες τους.
Επειδή πρόθεση αυτής της εργασίας είναι να προσκαλέσει τον αναγνώστη σε ένα παιχνίδι πειραματικής σκέψης με τον ίδιο του τον εαυτό, αντιστρέφεται στη συνέχεια του κειμένου επίτηδες -για τις ανάγκες του παιχνιδιού – η κάθε θέση και αναζητούνται καθαρά λογικά οι συνέπειες αυτής της αντιστροφής.
Ο στόχος αυτού του παιχνιδιού θα έχει επιτευχθεί μόνο όταν στην πορεία του άρθρου ο αναγνώστης θα πιάσει τον εαυτό του να χαμογελά.


Ι. Τα „Επαγγελματικά Αυτονόητα“

Τάση 1: Ψυχικά πάσχοντα πρόσωπα δεν είναι σε θέση να αντέξουν συναισθηματικές επιβαρύνσεις κάθε είδους. Έντονες συγκινήσεις, ενθουσιασμός ή „υπερβολική αισιοδοξία“ απειλούν σοβαρά την ευαίσθητη ισορροπία τους.

Συνέπεια για την πράξη 1: Η μετριοπάθεια - ή μετριότητα - στην καθημερινή ζωή είναι ο πιο σίγουρος δρόμος για την ψυχική „σταθεροποίησή“ τους - ή αλλιώς διατυπωμένο: η ποθούμενη σταθεροποίησή τους μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από τον χρυσό κανόνα του μέτρου-μετριότητας. Μια μικρή δόση κατάθλιψης πρέπει απαραίτητα να παραμείνει σε πείσμα κάθε επιτυχημένης θεραπείας - αν δεν γίνεται αλλιώς, μέσω μιας αυξημένης δόσης ψυχοφαρμάκων. (Ερώτηση κρίσεως: Τι κάνει σ’ αυτήν την περίπτωση κάποιος, που δεν έλκεται ιδιαίτερα από μια τέτοια „μετρημένη“ ζωή;)

Συνέπεια για την πράξη 2: ο επαγγελματίας ψυχικής υγείας ως πρόσωπο αναφοράς των εν λόγω ψυχικά πασχόντων ατόμων είναι υποχρεωμένος να προφυλάσσει τους πελάτες του από „υπερβολές“ και να κρατά τις συναισθηματικές εξάρσεις τους „υπό έλεγχο“.

Τάση 2: Ψυχικά πάσχοντα άτομα είναι κατά βάση απρόβλεπτα. Οποιαδήποτε μη αναμενόμενη εξέλιξη στον τομέα της θεραπείας ή αποκατάστασής τους ή στην προσωπική τους ζωή οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι είναι ψυχικά άρρωστα - και ως εκ τούτου απρόβλεπρα - και όχι σε παράγοντες όπως π.χ. ο τρόπος δράσης των επαγγελματιών, της οικογένειας, άλλων προσώπων ή συστημάτων κλπ.

Συνέπεια για την πράξη 1: δεν μπορεί κανείς να είναι ποτέ σίγουρος για την εικόνα που δίνει ένας ψυχικά πάσχων σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, κυρίως όταν αυτή η εικόνα δεν ανταποκρίνεται στην κλινικά αναμενόμενη.

Συνέπεια για την πράξη 2: Δεν χρειάζεται να ερευνηθούν πιθανές αιτίες μιας μη αναμενόμενης εξέλιξης στο ίδιο το σύστημα υγείας ή στη διαπροσωπική σχέση του πελάτη με τον επαγγελματία ή σε άλλες διαπροσωπικές-διασυστημικές δυναμικές και να επιχειρηθούν αλλαγές, εφόσον η αιτία είναι γνωστή και σαφής: η „αρρώστεια“.

Τάση 3: Οι περισσότεροι ψυχικά πάσχοντες είναι ανίκανοι για μια ολοκληρωμένη κοινωνική επανένταξη, πράγμα που οφείλεται - επίσης - στην ίδια τους την ασθένεια.

Συνέπεια για την πράξη: Η αποτυχία μιας διαδικασίας κοινωνικής (επαν)ένταξης οφείλεται στην ανικανότητα των πελατών και όχι στο σύστημα επανένταξης. Επομένως δεν είναι ανάγκη να αναζητηθούν άλλες αιτίες ή εναλλακτικές λύσεις σε διασυστημικό επίπεδο.

Τάση 4: Οι ψυχικά πάσχοντες είναι άρρωστοι, δηλαδή άτομα χρήζοντα βοηθείας.
Συνέπεια για την πράξη 1: Ως εκ τούτου δεν γίνεται να περιμένει κανείς απ’ αυτούς πρωτοβουλίες και λογικές προτάσεις σε περιπτώσεις λύσης προβλημάτων. Αν μπορούσαν κάτι τέτοιο, δεν θα χρειάζονταν βοήθεια και δεν θα ήταν άρρωστοι. Σ’ αυτήν την ιδέα συνηγορεί επίσης το αναμφισβήτητο γεγονός ότι δεν αντέχουν επιβαρύνσεις (βλ. τάση 1) επομένως δεν είναι θεραπευτικά σωστό να πιεστούν συναισθηματικά και πνευματικά στο να βρούν λύσεις και ότι είναι απρόβλεπτοι (βλ. Τάση 2), επομένως δεν μπορεί κανείς να στηριχθεί στην σταθερότητα και φερεγγυότητα των όποιων προτάσεών τους).

Συνέπεια για την πράξη 2: Οι ψυχικά πάσχοντες δεν ερωτούνται για την γνώμη τους σε περιπτώσεις λύσεων σοβαρών προβλημάτων της ζωής τους. Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας είναι αρμόδιοι να σκεφτούν, να βρούν λύσεις και να τις προτείνουν στους πελάτες τους, συχνά δε και να τις επιβάλλουν.

Τάση 5: Εφόσον κάποιος δεν μπορεί να δράσει ισότιμα (δές τάση 4), δεν δικαιούται και να αντιμετωπίζεται ως ισότιμος συνομιλητής με την ευρύτερη έννοια. Για την προστασία που προσφέρει το (νοσοκομειακό ή εξωνοσοκομεικακό) ψυχοκοινωνικό πλαίσιο στον ψυχικά πάσχοντα, θα πρέπει εκείνος να συμμορφωθεί με τους δεδομένους κανόνες του, χωρίς δικαίωμα ατομικής διαπραγμάτευσης αυτών των κανόνων.

Συνέπεια: Εάν αυτό δεν τηρηθεί, ακολουθούνται τακτικές συμμόρφωσης-σωφρονισμού, όπως π.χ. επιστροφή από ένα εξωτερικό διαμέρισμα στο νοσοκομειακό πλαίσιο, στέρηση εξόδων, δέσιμο κλπ.,- πάντα βεβαίως με κλινική αιτιολόγηση.

Ας επιχειρήσουμε τώρα, σ’ ένα αυθαίρετο παιχνίδι εντυπώσεων, να αντιστρέψουμε κατά κάποιον τρόπο την παραπάνω εικόνα, αν ισχυριστούμε απλά το αντίθετο και να παρατηρήσουμε προσεκτικά τα νέα δεδομένα που θα προκύψουν. Ας πούμε λοιπόν ότι:

1. Οι ψυχικά πάσχοντες μπορούν να αντέξουν συναισθηματικές και άλλες επιβαρύνσεις. Το ποιες και κατά πόσο εξαρτάται πάντα από το συγκεκριμένο άτομο, καθώς και από το πώς ορίζεται κάθε φορά η έννοια της „επιβάρυνσης“.

Συνέπεια για την πράξη: Ο μόνος που μπορεί να ορίσει την έννοια της συναισθηματικής επιβάρυνσης κάθε φορά είναι ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος για τον εαυτό του (ποιος μας λέει π.χ. ότι δυνατές συγκινήσεις είναι πιο επιβαρυντικές για τον πελάτη μας, από ότι μια „μέτρια“, ή μετρημένη ζωή;).

2. Ψυχικά πάσχοντα άτομα μπορούν να είναι ψυχικά σταθεροποιημένα σε κατάσταση ενθουσιασμού ή δυνατής συγκίνησης, όπως ακριβώς και όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι.

Συνέπεια για την πράξη: Η μετριότητα και ο εξωτερικός έλεγχος δεν είναι ο μοναδικός δρόμος προς την ψυχική σταθεροποίηση -σταθερότητα. Ο επαγγελματίας δεν χρειάζεται να επαγρυπνεί για να προλάβει ή να αποκρούσει συναισθητικές εξάρσεις των πελατών του και μπορεί να αξιοποιήσει τον χρόνο και την ενέργειά του σε άλλα, ίσως δημιουργικότερα πεδία.

3. Ψυχικά πάσχοντα άτομα είναι ακριβώς τόσο προβλέψιμα, εξηγήσιμα και ικανά για μια κοινωνική ένταξη, όσο και „μη πάσχοντα“ άτομα, δηλαδή: κατά κανόνα λίγο (και πάντως σε διαφορετικό βαθμό από πρόσωπο σε πρόσωπο).

Συνέπεια: Όταν προκύπτει μια μη αναμενόμενη εξέλιξη, πρέπει κανείς να ερευνήσει την συγκεκριμένη κατάσταση ή δομικά στοιχεία του συστήματος υπό το οποίο συνέβη το γεγονός, και ενδεχομένως να παρέμβει στο συγκεκριμένο διαπροσωπικό ή συστημικό πλαίσιο.

4. Αν οι ψυχικά πάσχοντες δεν είναι ιδιαίτερα απρόβλεπτοι ή ανίκανοι για επιβαρύνσεις μπορούν να έχουν και μια αξιόπιστη γνώμη για διάφορα θέματα, ειδικά τέτοια που τους αφορούν προσωπικά, καθώς διαθέτουν τις περισσότερες και τις αυθεντικότερες πληροφορίες πάνω στο πρόβλημα, τους ίδιους και τους στόχους τους. Μ’ αυτήν την έννοια (Συνέπεια:) είναι από την μια πλευρά φυσικό και από την άλλη πολύ πιο οικονομικό για τον επαγγελματία ψυχικής υγείας, να τους ρωτήσει απευθείας για την απόψεις τους, αντί να προσπαθεί σε ένα παιχνίδι ντετεκτιβισμού και αβέβαιου πατερναλισμού να μαντέψει!

5. Αν οι ψυχικά πάσχοντες μπορούν να συνεισφέρουν παραγωγικά σε μια διαδικασία λύσης προβλημάτων (τους), έχουν κιόλας αποδείξει ότι μπορούν να δράσουν εποικοδομητικά και δεν χρειάζεται επομένως να αντιμετωπίζονται ως μη ισότιμα μέλη της θεραπευτικής ενότητας.

Συνέπεια: Οι κανόνες παραμονής τους στο σύστημα περίθαλψης μπορούν σ’ αυτήν την περίπτωση να γίνουν αντικείμενο διαπροσωπικής διαπραγμάτευσης με τους θεραπευτές τους με βάση πάντα τον εκάστοτε θεραπευτικό στόχο. Σ’ ένα τέτοιο „θεραπευτικό συμβόλαιο“ καταγράφονται τότε όχι μόνο οι υποχρεώσεις του πελάτη, αλλά και τα δικαιώματά του, καθώς και οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του επαγγελματικού πλαισίου βοήθειας.

Αν ψυχικά πάσχοντα πρόσωπα αναβαθμιστούν σε έναν ρόλο ισότιμου συνομιλητή στό σύστημα βοήθειας προς τους ίδιους, δεν είναι πια υποχρεωμένα να αναπαράγουν τον ρόλο τους ως αρρώστων, ώστε να παραμείνουν σ’ αυτό, δεν χρειάζεται και να δείχνουν ή να παράγουν συμπτώματα της αρρώστειας τους κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Αυτό θα μπορούσε μάλιστα μεσοπρόθεσμα να σημαίνει ότι θα είχαν από τον ίδιο το σύστημα την άδεια να γίνουν πραγματικά καλά!


ΙΙ. Μερικά χαρακτηριστικά των „Αυτονόητων“, η λειτουργικότητα της στασιμότητας και οι συνέπειες μιας απόφασης αλλαγής

Ένα μεγάλο μέρος των αυτονόητων που κρύβονται πίσω από τις καθημερινές λογικές οργάνωσης της δουλειάς και της συνύπαρξης των επαγγελματιών ψυχικής υγείας με τους πελάτες τους στηρίζονται σε παραδοσιακές προκαταλήψεις, οι οποίες είτε δεν έχουν γίνει ως τέτοιες ακόμα συνειδητές, είτε έχουν „επιβεβαιωθεί“ στην πορεία μιας μακροχρόνιας πορείας και εμπειρίας με τέτοια άτομα και ξαναυιοθετούνται αυτόματα ως δεδομένα, που σε μια κυκλική διαδικασία επανακαθορίζουν τον τρόπο διαπραγμάτευσης με τους ψυχικά πάσχοντες. Σ’ αυτήν την πορεία - επιφορτισμένη με πολλές ματαιώσεις από την πλευρά των επαγγελματιών - κυριαρχούν πολύ συχνά σχέσεις αντιπαλότητας, ανταγωνισμού, πατερναλισμού και άμυνας ανάμεσα στις δύο ομάδες, οι οποίες εμπλέκουν τους ψυχικά πάσχοντες και τους επαγγελματίες σε ένα παιχνίδι εξουσίας, που παραποιεί κατουσίαν τους ρόλους, τις προσδοκίες και τους στόχους και των δύο πλευρών.
Υποστηρίζουμε ότι από τη στιγμή που τα παραπάνω αυτονόητα και άλλα αυτού του τύπου ενεργοποιούνται στην δουλειά με ψυχικά πάσχοντες, επαναλαμβάνεται σχεδόν αναπόφευκτα και με μαζικό τρόπο η ιστορία της χρονιοποίησης και ιδρυματοποίησης τόσο των ίδιων όσο και των επαγγελματιών, ανεξάρτητα από το - λιγότερο ή περισσότερο „προοδευτικό“ - όνομα, που οι συγκεκριμένοι θεσμοί ή δομές φέρουν.
Μια τέτοια διαδικασία θεωρούμε ότι πλήττει με έναν εξίσου αντιδημιουργικό τρόπο τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, γιατί τους κλείνει τον δρόμο προς την χειραφέτησή τους από μια συνολική κουλτούρα Πεσσιμισμού, Εξουσιαστικότητας και Αισθήματος επαγγελματικής-επιστημονικής και προσωπικής αδυναμίας ή ανικανότητας αντίστασης στις δεδομένες δυναμικές, που σκοτώνει τη φαντασία και την ελπίδα τους στην δουλειά με τους ψυχικά πάσχοντες και οδηγεί τους ίδιους σε τάσεις παραίτησης και προσωπικής δυσφορίας.
Η στάση διατήρησης-συντήρησης αυτών των αυτονόητων στηρίζεται αναμφισβήτητα στις προσωπικές ανασφάλειες και στην απόλυτα κατανοητή ανάγκη των επαγγελματιών ψυχικής υγείας να παραμείνουν αποδεκτοί στο κοινωνικό και επαγγελματικό τους πλαίσιο. Σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο φαντάζουν εναλλακτικοί τρόποι διαπραγμάτευσης με την ψυχική „αρρώστεια“ και με τα ψυχικά πάσχοντα πρόσωπα συχνά απειλητικοί και ενσωματώνονται με δυσκολία και πολύ αργά στην κοινωνική καθημερινότητα. Γι΄ αυτό το λόγο μετατρέπεται το θέμα των - επιθυμητών ή όχι - αλλαγών προς μια νέα κουλτούρα χειραφέτησης στον ψυχοκοινωνικό χώρο σε ένα θέμα μιας νέας διαπραγμάτευσης με την ίδια την κοινωνία:
Γιατί αυτός ο τρόπος διαπραγμάτευσης δεν αποτελεί όμως την μοναδική δυνατότητα στην επαφή μας με ψυχικά πάσχοντες ανθρώπους. Έννοιες όπως „προσωπική συνάντηση με τον ψυχικά πάσχοντα“, „κοινή διαδικασία μάθησης“, „συντροφική συνεργασία κατά την ανάπτυξη κοινών στόχων“, „αλληλεγγύη“, “ανάπτυξη του δυναμικού αυτοβοήθειας των πελατών“, „αναγνώριση της προσωπικής τους ευθύνης στην διαδικασία της αρρώστειας ή της υγείας τους“ - προσπαθούν όλες να περιγράψουν έναν λιγότερο εξουσιαστικό και πιο αποτελεσματικό τρόπο συνεργασίας με τους ψυχικά πάσχοντες, ο οποίος ήδη έχει βρει τις πρώτες του εφαρμογές στο ψυχοκοινωνικό σύστημα. Το πέρασμα από την παραδοσιακή-ψυχιατρική κατανόηση επαγγελματικών ρόλων σε παρόμοιες εναλλακτικές οπτικές συνδέεται με ζητήματα βάσης στον κοινωνικό χώρο και δεν μπορεί να απαντηθεί ατομικά.

Υπάρχουν σήμερα στην κοινωνία αυτές οι πηγές δυναμικού, από τις οποίες θα μπορούσαν οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας - αν υποθέσουμε ότι το επιθυμούν!- να αντλήσουν την ενέργεια που τους χρειάζεται για να υπερβούν τα μέχρι σήμερα ισχύοντα θεσμικά τους όρια; Σε μια τέτοια περίπτωση ποιες είναι αυτές; Και, αν το παραπάνω σκεπτικό ισχύει, θα μπορούσε άραγε μια εναλλακτική πρακτική στον ψυχοκοινωνικό χώρο να λειτουργήσει ως ρήγμα ανανέωσης του τρόπου θεάσης της Διαφοράς στην ευρύτερη κοινωνία; Πώς θα μπορούσαν να εκτιμηθούν και να ζυγιστούν εκ των προτέρων τα υπέρ και τα κατά μιας τέτοιας δραστηριότητας;
Πού βρίσκεται η πρωταρχική αφετηρία ενός τέτοιου σκεπτικού προς αυτήν την κατεύθυνση;


ΙΙΙ. Ο δρόμος

Μακροχρόνια εμπειρία στον ψυχοκοινωνικό χώρο έχει δείξει ότι σε περιπτώσεις θεσμικών μετασχηματισμών, αλλά και αλλαγών σε πιο προσωπικά πλαίσια δουλειάς δεν υπάρχουν έτοιμες, προκατασκευασμένες λύσεις, που θα μπορούσαν να στηρίξουν εποικοδομητικά παρόμοιες διαδικασίες. Στην καθημερινή πρακτική γίνεται φανερό ότι ακόμα και οι βασικότερες έννοιες χρήσης είναι φορτισμένες με μεγάλη σχετικότητα και χάνουν όλο και περισσότερο το παραδοσιακό τους βάρος ως νόρμες σκέψης και δράσης.
Ø Τι είναι „φυσιολογικότητα“ και σε ποιο βαθμό είναι αποδεκτό να καθορίζει ως κεντρική έννοια τους στόχους μας στην ψυχοκοινωνική διαπραγμάτευση;
Ø Ποια ερωτήματα προκύπτουν όταν παρατηρείται πως αυτή η „φυσιολογικότητα“ είναι δυσλειτουργική και συχνά επιζήμια ακόμα και για τα θεωρούμενα „υγιή“ και „προσαρμοσμένα“ άτομα της εν λόγω της κοινωνίας;
Ø Πώς μπορεί κανείς να διαπραγματευτεί έναν ενδιάμεσο δρόμο ανάμεσα στην απόλυτη - πιθανόν ισοπεδωτική - κοινωνική „ενσωμάτωση“ των ψυχικά πασχόντων και σε μια ευρύτερη κοινωνική αποδοχή τους;
Ø Τι σημαίνει στην ψυχοκοινωνική πράξη ο στόχος της „αυτονόμησης“ ή „ανεξαρτητοποίησης“ των ψυχικά πασχόντων - συνήθως από τα συστήματα πρόνοιας;
Ø Πού βρίσκονται τα όρια ανάμεσα στην αυτονομία και την μοναχικότητα στην ζωή, ανάμεσα στην δύναμη που πηγάζει από την ανεξαρτησία και στην συναισθηματική ερήμωση και μοναξιά;
Ø Είναι πράγματι μη ρεαλιστική και πρακτικά ανεφάρμοστη μια διαδικασία συγκαθορισμού και συνεχούς τροποποίησης των όρων σύνδεσης του ψυχικά πάσχοντος με το ψυχοκοινωνικό σύστημα σύμφωνα με τις εκάστοτε προσωπικές του ανάγκες;
Ø Ποιο ρόλο παίζει σε μια διαδικασία προβληματισμού και πειραματισμού πάνω σ΄αυτά τα ζητήματα το συγκεκριμένο μοντέλο οργάνωσης της δουλειάς (π.χ. κάθετο/ιεραρχικό ή οριζόντιο μοντέλο οργάνωσης μοιρασμένης ευθύνης) των ψυχοκοινωνικών λειτουργών; Σε ποιο βαθμό προκύπτουν διαφορές στην πράξη κατά την εφαρμογή διαφορετικών εργασιακών σχημάτων;
Ø Τι σημαίνει, τέλος, και ποια λειτουργία πληρεί η σ’ αυτόν τον χώρο κυρίαρχη κουλτούρα του Πεσσιμισμού, στο πλαίσιο της οποίας απορρίπτονται ή παραμερίζονται οράματα στο όνομα του ρεαλισμού;

Το γεγονός ότι σ’ αυτήν την εργασία τίθενται περισσότερα ερωτήματα απ’ αυτά που απαντώνται δεν είναι τυχαίο. Στηρίζεται στην βεβαιότητα ότι στην εκάστοτε ρέουσα πραγματικότητα μόνο οι άμεσα ενδιαφερόμενοι μπορούν να δώσουν έγκυρες ερμηνείες και απαντήσεις. Η επίμονη αμφισβήτηση και επερώτηση συνθηκών και καταστάσεων που δυσχεραίνουν την συνύπαρξη και την δουλειά μας με τους ψυχικά πάσχοντες, φαίνεται να είναι ο πιο γόνιμος δρόμος για μια αποτελεσματική εμπειρία στον ψυχοκοινωνικό χώρο και μια δημιουργική προσωπική εξέλιξη τόσο των πελατών όσο και των επαγγελματιών των εν λόγω θεσμών.
Πυρήνα μιας τέτοιας εξελικτικής διαδικασίας μπορεί κατά τη γνώμη μας να αποτελέσει η ιδέα της „συνεργατικής αναζήτησης“ (γερμ. kooperativer Diskurs) ανάμεσα στα άμεσα εμπλεκόμενα πρόσωπα και την κοινότητα σε διάφορα επίπεδα επικοινωνίας και δράσης με την βεβαιότητα ότι ο ένας μπορεί να μάθει πολλά από τους άλλους. Αυτό μπορεί να αποτελέσει το κλειδί για την ανεύρεση λύσεων, την ανανέωση της καθημερινότητας, την ανάπτυξη μιας βασικής πολιτικής κουλτούρας, που θα καταστήσει δυνατές γόνιμες και αποτελεσματικές παρεμβάσεις.
Μια τέτοια επικοινωνία θα πρέπει να στηρίζεται στην αλληλεγγύη ανάμεσα στους επαγγελματίες, τους ψυχικά πάσχοντες και τις άλλες σχετιζόμενες κοινωνικές ομάδες και θα πρέπει να κατευθύνεται στην επεξεργασία μιας κοινής συνείδησης πάνω στους διάφορους ρόλους, την εκτίμηση των εκάστοτε δυναμικών και τους στόχους ενός ψυχοκοινωνικού μοντέλου ή πράξης. Σ’ αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να δοθεί καταρχήν στις ομοιότητες πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα απ’ ό,τι στις διαφορές των συμμετεχόντων ομάδων και προσώπων.
Μια τέτοια πολυεπίπεδη διαδικασία αποσκοπεί στην ευέλικτη συγκεκριμενοποίηση των ρόλων και των περιθωρίων δράσης του κάθε συμμετέχοντος μέλους. Απώτερος στόχος είναι η απελευθέρωση δυναμικών φαντασίας και αυτοβοήθειας τόσο των πελατών όσο και των επαγγελματιών του ψυχοκοινωνικού συστήματος, που στην πορεία θα πάρουν την μορφή μικρών ή ευρύτερων αυτοοργανωμένων πειραμάτων στην πράξη, τα οποία θα έχουν στην μεταξύ τους επαφή την ευκαιρία κριτικής και αυτοκριτικής, (αυτο)διόρθωσης και περαιτέρω εξέλιξης.

Η υιοθέτηση ενός τέτοιου σχήματος σκέψης και δουλειάς έρχεται ευνόητα σε ριζική αντίθεση με την φιλοσοφία και τους παραδοσιακούς τρόπους λειτουργίας της Ψυχιατρικής και φαντάζει, στην αρχή της τουλάχιστον, εξαιρετικά επίπονη και χρονοβόρα. Μ’ αυτήν την έννοια απαιτείται η λήψη μιας συνειδητής απόφασης από τα συμμετέχοντα πρόσωπα και η ανάπτυξη συλλογικής συνείδησης πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα, πριν προχωρήσει κανείς σε παρόμοιους πειραματισμούς. Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή οικοδόμηση μιας νέας κουλτούρας, που υπόσχεται νέες οπτικές και ενδιαφέροντα ανοίγματα σκέψης και δράσης τόσο στους ίδιους τους ψυχικά πάσχοντες όσο και στους επαγγελματίες συνομιλητές τους - σε μια μακροπρόθεσμη προοπτική δε, ακόμα και στην ίδια την κοινωνία.

[1] Εννοείται ότι ψυχιατρικά χρωματισμένοι όροι όπως ψυχικά πάσχων, θεραπεία κλπ. χρησιμοποιούνται στο άρθρο αυτό καθαρά συμβατικά και με πλήρη επίγνωση της δυναμικής που επιφέρουν στις σχέσεις και την δράση γύρω από την ψυχική υγεία ή ασθένεια, ακόμα και αν δεν μπαίνουν πάντα σε εισαγωγικά.

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2009

Εμπειρίες από την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση στα Xανιά: Νέες δομές η νέες ιδέες ;

του Γ. Κοκκινάκου

Έβρεχε με απόλυτη ειλικρίνεια.
Άρα δεν είναι φήμη ο ουρανός υπάρχει.
Κ.Δημουλά


Ο χώρος της ψυχιατρικής φροντίδας στην Κρήτη άλλαξε. Το ψυχιατρείο Χανίων δεν υπάρχει πλέον. Στην Κρήτη, μια ολόκληρη περιφέρεια λειτουργεί εδώ και 4 χρόνια χωρίς ούτε μια κλίνη στο ψυχιατρείο.
Ένα δίκτυο κοινοτικών δομών ανά τομέα, το οποίο ασφαλώς πρέπει να επεκταθεί, να συμπληρωθεί και να ολοκληρωθεί σε όλους τους νομούς πρέπει να αντικαταστήσει αυτό που το Άσυλο προσέφερε ως θεραπεία. Στην Κρήτη, ξεκινήσαμε από την τομεοποίηση, το θεωρούμε ως αρχή και προϋπόθεση της μεταρρύθμισης. Κάθε νομός με τις δομές του, θα δίδει φροντίδα στους ασθενείς που τη ζητούν, χωρίς εξαιρέσεις, χωρίς παραπομπές.
Στην Κρήτη δεν δοκιμάζεται μόνο η περίπτωση του ψυχιατρείου Χανίων. Δοκιμάζεται η πραγμάτωση μιας ψυχιατρικής ριζοσπαστική ς, ανοιχτής, χωρίς περιορισμούς και καταπάτηση δικαιωμάτων.
Φιλοδοξούμε να ζήσουμε ένα σύστημα ψυχιατρικής φροντίδας που να σέβεται τον άρρωστο άνθρωπο και τις ανάγκες του και μια ψυχιατρική που θα ασκείται στο πεδίο της ελευθερίας.
Η εμπειρία των Χανίων έδειξε ότι μια τέτοια ψυχιατρική δεν είναι ουτοπία. Αφού για 4 χρόνια μια ολόκληρη περιφέρεια λειτουργεί χωρίς ψυχιατρείο, μπορούμε κι αλλού να ζήσουμε χωρίς εγκλεισμό, βία και στιγματικές διαγνώσεις.
Στις Κασσάνδρες που προσπαθούν να μας πείσουν ότι το κλείσιμο του ψυχιατρείου δεν είναι εφικτό, απαντούν τα ίδια τα στοιχεία. Τώρα που στην Κρήτη η μεταρρύθμιση πήρε νόημα, αντί να εστιάσουμε στο πώς θα αποδείξουμε με κατασκευασμένα στοιχεία ότι το ψυχιατρείο έκλεισε με λάθος τρόπο, καλύτερα θα ήταν να εστιάσουμε όλοι μαζί στην διεκδίκηση πόρων για την ανάπτυξη και ολοκλήρωση του Δικτύου. Χωρίς το κοινοτικό Δίκτυο των δομών και δράσεων, η ανάδυση του αιτήματος της αναγκαιότητας του Ασύλου σε λίγα χρόνια θα είναι γεγονός. Μόνο που η έλλειψη πόρων και η αδιαφορία μας θα το έχει προκαλέσει.
Το κλείσιμο του ψυχιατρείου δεν μπορεί να σημαίνει έλλειψη φροντίδας, δεν μπορεί να γίνεται για δημοσιονομικούς λόγους. Η ιδρυματική φροντίδα και η απλοποιητική απάντηση στην ψύχωση με τον εγκλεισμό πρέπει να αντικατασταθεί από την ολική, σφαιρική φροντίδα.
Αυτό σημαίνει πόρους από την Πολιτεία και μεγαλύτερη διαθεσιμότητα από τους επαγγελματίες.
Το ψυχιατρείο Χανίων έπρεπε να κλείσει και έκλεισε. Αυτό δεν ήταν μόνο εφικτό, αλλά και αναγκαίο. Άλλος δρόμος δεν υπήρχε. Και δεν υπάρχει κατά την γνώμη μου για όλα τα ψυχιατρεία.
250 άνθρωποι, έγκλειστοι, αθύρματα της ιδρυματικής βαρβαρότητας, γλύτωσαν. Ξεφεύγοντας από την λαθροβίωση του Ασύλου σήμερα ζουν ανθρώπινα.
250μ έγκλειστοι που ζούσαν σε συνθήκες μεσαίωνα, σήμερα προσπαθούν να ζήσουν και ζουν σε ξενώνες, οικοτροφεία, διαμερίσματα σε ανθρώπινες συνθήκες.
Κανείς δεν τους κακοποιεί, δεν τους προσβάλλει, ειρωνεύεται, εκφοβίζει ή βιάζει. Μένουν σε καθαρούς χώρους, τρέφονται και ζουν υπό φυσικές και φυσιολογικές συνθήκες.
Επομένως το ύποπτο ερώτημα που τίθεται από πολλούς πότε ήταν καλύτερα, πρέπει να συμπληρώνεται από το υποερώτημα : καλύτερα για ποιους;
Την ιστορία του ψυχιατρείου δεν μπορεί να την αφηγηθεί κανένας μας. Μόνο οι ίδιοι οι έγκλειστοι. Μόνον ο δικός τους λόγος είναι αληθής, ουσιώδης, αυθεντικός.
Ο λόγος του ειδικού, ακόμα και όταν είναι καταγγελτικός δεν παύει να είναι διαμεσολαβημένος, για να μην πω φενακισμένος, αλλοτριωμένος. Υπάρχει τέτοιο πρωτογενές υλικό που εάν θα βγει στην επιφάνεια θα μείνετε άφωνοι. Τίποτα πια δεν θυμίζει το παρελθόν.
Πρώτα -πρώτα αλλάξαμε εμείς. Άλλαξε η επαγγελματική συμπεριφορά των επαγγελματιών
Και επειδή εμείς οι ψυχίατροι είμαστε φυλακισμένοι στίς επιστημονικές μας βεβαιότητες, η αλλαγή είναι ευκολότερο να αρχίσει από τα μυαλά των υπολοίπων επαγγελματιών. Η εμπειρία των Χανίων έδειξε ότι όντως αυτό συμβαίνει. Οι ψυχίατροι εκδηλώνουν τις μεγαλύτερες αντιστάσεις στην αλλαγή.
Όταν ένα σύστημα υπόκειται σε βαθιά, δομική αλλαγή, στην αρχή αντιδρά με εσωστρέφεια. Έπειτα εκδηλώνει αντίδραση, επιθετικότητα. Αυτό συμβαίνει τώρα, 4 χρόνια μετά την αλλαγή. Οι ιδρυματικές άμυνες αναδύονται με προφανείς αλλά και με δόλιους τρόπους στην καθημερινή κλινική πράξη. Όσοι σήμερα αντιδρούν συγκρίνοντας το παρόν με το παρελθόν, ή έχουν συμφέροντα (διότι γύρω από την λειτουργία του Ασύλου κινείται ένα ολόκληρο πλέγμα συμφερόντων), αλλά η μεγάλη πλειοψηφία ανήκει στην ομάδα που εκδηλώνει με αυτόν τον τρόπο την αντίσταση στην αλλαγή.
Φαίνεται και στην πράξή ότι τελικά το ουσιαστικό διακύβευμα της μεταρρύθμισης είναι η αλλαγή του ψυχιατρικού παραδείγματος.
Παρά το γεγονός ότι πολλοί αντιλαμβάνονται την μεταρρύθμιση με την εργολαβική εκδοχή της, ή με την εκδοχή μέσω προγραμμάτων, πιστεύω ότι μεταρρύθμιση τελικά σημαίνει αλλαγή του ψυχιατρικού σκέπτεσθαι και αλλαγή του ψυχιατρικού πράττειν. Αλλαγή του επιστημονικού υποδείγματος. Διότι δουλεύοντας με το ίδιο ψυχιατρικό παράδειγμα παρά τα χρήματα που ήρθαν και εξακολουθούν να δαπανώνται θα έχουμε το ίδιο αποτέλεσμα. Κλασσικό παράδειγμα το Ψυχαργώς.
Απετέλεσε μια ευκαιρία απορρόφησης κονδυλίων και τακτοποίησης ημετέρων μέσω των μη κερδοσκοπικών εταιριών και όχι μια ευκαιρία ανάπτυξης μιας νέας ψυχιατρικής κουλτούρας.
Το ζητούμενο είναι μια άλλη ψυχιατρική. Θέλομε μια ψυχιατρική που να ενθαρρύνει τις αλλαγές, να σπάει τους επαναληπτικούς παθογόνους κύκλους και όχι ψυχιατρική μέρος του συστήματος κοινωνικού ελέγχου. Όχι ψυχιατρική της ταξινόμησης, της αντικειμενικοποίησης, των μετρήσεων και των στατιστικών, αλλά ψυχιατρική του πάσχοντος υποκειμένου, ψυχιατρική που θα στηρίζεται στον πλούτο της διαφοράς και όχι στην ομοιότητα.
Ψυχιατρική που δεν θα δίνει απλουστευτικές απαντήσεις στο πιο πολύπλοκο σύστημα που είναι ο άνθρωπος, αλλά ψυχιατρική που θα ενδιαφέρεται για τον άρρωστο άνθρωπο και τις ανάγκες του, ψυχιατρική που θα συνοδοιπορεί στην οδύνη του ασθενούς και δεν θα απαντά με τον εγκλεισμό. Ψυχιατρική απελευθερωτική, ανθρώπινη και θεραπευτική. Ψυχιατρική που δεν θα απαιτεί να την ακούει ο άνθρωπος αλλά αυτή να τον ακούει.
Η παραδοσιακή ψυχιατρική προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα με το μοντέλο της αιτιοκρατίας (πρόβλημα-λύση). Αλλά αυτό είναι ατελέσφορο, να ερμηνεύσει και να λύσει τα προβλήματα των ανθρώπων. Ο άνθρωπος είναι και θά παραμείνει με την προβληματική του ουσία.
Ο άνθρωπος με τον ερωτηματικό του πυρήνα θα παραμείνει πάντα προβληματικός, προβληματιζόμενος, αγωνιστής και αγωνιώδης, ταγμένος να προστατεύει το ερώτημα και όχι να το επιλύει όπως νομίζουν οι ψυχοβιολόγοι με την ανταλλακτικότητα που ίσως μας φέρουν στο μέλλον και οι ψυχοτεχνικοί που «επιδιορθώνουν» κάτι που πάσχει στην ανθρώπινη ψυχή δήθεν ,εμπεδώνοντας μια επισκευαστική λογική στον άνθρωπο. Το μέρος δεν μπορεί να εννοήσει το όλον, επομένως το υπαρξιακό ερώτημα θα παραμείνει πάντα ως δομικό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης.
Από τον περασμένο αιώνα ο Νίτσε έλεγε ότι υπερίσχυσε η μέθοδος πάνω στην ουσία. Ο ποιητής Ν. Καρούζος λέει «εκείνο που γνωρίζει ο παρατηρητής είναι η μέθοδος και τίποτα για το παρατηρούμενο».
Η λαγνεία της μεθόδου από εμάς τους ειδικούς οδηγεί σε τραγικές καταστάσεις προσπαθώντας να χωρέσουμε το πάσχον υποκείμενο στη μέθοδο μας.
Πέραν τούτου η παραδοσιακή ψυχιατρική βρίσκεται παγιδευμένη στην θεμελιώδη αντίφαση μεταξύ φύλαξης και θεραπείας.
Δεν ξέρει τι να κάνει και τελικά καταλήγει θεραπαινίδα της κοινωνικής κανονικότητας. Δεν υπάρχει κανένας ιδιαίτερος δρόμος προς την τρέλα. Από το δρόμο της λογικής πάει κανείς στην τρέλα.
Ο άνθρωπος μέσα από αυτήν ικανοποιεί μια του ανάγκη με «μη λογικό» τρόπο. Η ψυχιατρική πρέπει να τον βοηθήσει να εκφράσει την ανάγκη του μα άλλον τρόπο. Και όχι να τον αποκόπτει, να τον εγκλείει και να τον περιορίζει.
Αυτό είναι ατελέσφορο. Θυμίζει κάποιον που προσπαθεί να βάλει ένα μεγαλύτερο κουτί μέσα σε ένα μικρότερο. Ο τρόπος αντιμετώπισης της τρέλας απ' την ψυχιατρική μοιάζει πού με τρέλα. Αυτό κάνει η ιδρυματική ψυχιατρική σήμερα.
Τι είναι τέλος πάντων η θεραπεία; Ένα καλό φάρμακο ή μια καλή ψυχοθεραπευτική τεχνική ; Ή η συνοδοιπορ.ία με τον πάσχοντα να ικανοποιήσει την ανάγκη του μέσα από την ψυχολογική του περιπέτεια με ένα πιο συμβατό, λογικό τρόπο;
Διότι ανεξάρτήτως από την αιτιοπαθογένεια της ψυχικής νόσου και ανεξάρτητα αν ποτέ βρεθεί κάποια αιτία ή τρέλλα αποτελεί ένα τρόπο του υπάρχειν στον κόσμο. Θεραπεία δεν μπορεί να γίνει παρά στο πεδίο της ελευθερίας. Διότι μόνο στο πεδίο της ελευθερίας με το ρίσκο και τον κίνδυνο της επιλογής μπορεί να υπάρξει ευθύνη. Και μόνο όταν το άτομο αναλάβει την υπαρξιακή του ευθύνη μπορεί να υπάρξει θεραπεία.
Ότι σήμερα η ψυχιατρική προτείνει ως θεραπεία, επειδή ορίζεται στο πεδίο της φύλαξης και των περιορισμών, τονίζοντας την πλευρά της ανευθυνότητας, αποτελεί μη θεραπεία.
Το ουσιώδες είναι η αντικατάσταση του νοσοκομειοκεντρικού μοντέλου με στροφή στην κοινότητα μέσω της οργάνωσης των υπηρεσιών στα πλαίσια του τομέα που προλαμβάνουν την κρίση, επινοούν λύσεις εναλλακτικές του εγκλεισμού, περιορίζουν την προσφυγή στην νοσοκομειακή νοσηλεία, παρέχουν φροντίδα και στήριξη του πάσχοντα στον τόπο που ζει και εργάζεται.
Αλλά όπως κάθε νοσοκομειακή νοσηλεία πρέπει να θεωρείται αποτυχία του δικτύου να την προλάβει και να την αποφύγει, έτσι και μια θέση στον ξενώνα πρέπει να θεωρείται αποτυχία μας να οργανώσουμε στον άρρωστο ένα πλαίσιο ελεύθερης, κοινωνικής ζωής.
Πρέπει από την ιδρυματική ψυχιατρική να φτάσομε στην αποκαταστασιακή ψυχιατρική. Ή αποκατάσταση δεν θα νοείται και δέν θα ασκείται μόνο διαχωρισμένη και μόνο στην χρονιότητα και σε δεύτερο χρόνο θεραπευτική πρακτική, αλλά ως αναπόσπαστο μέρος της σύγχρονης, σφαιρικής, θεραπευτικής πρακτικής από την πρώτη στιγμή αντιμετώπισης της κρίσης.
Αλλά για να αντικαταστήσομε το νοσοκομείο με την κοινότητα και τον εγκλεισμό με την συνοδοιπορία με το πάσχον κοινωνικό υποκείμενο, χρειάζεται η ψυχιατρική να απαλλαγεί από τα επιστημονικά της στερεότυπα κατ να διαλύσει τις κατασκευές του χρόνιου, του διεγερτικού, του επικίνδυνου. Ο «επικίνδυνος τρελός» που ο πολύς κόσμος πιστεύει, κατ' αρχάς είναι μια κατασκευή της ψυχιατρικής, βοηθούντος και του τρόπου που πολλές φορές το θέμα προβάλλεται από τα ΜΜΕ. Τον άρρωστο που περιορίζουμε, καθηλώνουμε, απομονώνουμε, διακομίζουμε με την κλούβα των μεταγωγών, τον χαρακτηρίζουμε, τον καθορίζουμε συγχρόνως με ένα έντονα στιγματιστικό τρόπο ως αλλόκοτο, επικίνδυνο, απρόβλεπτο. Συνεπώς η αρνητική στάση του μη ειδικού είναι αναμενόμενη.
Να γιατί αυτό που εμείς οι ειδικοί λέμε ευαισθητοποίηση του γενικού πληθυσμού περισσότερο αποτελεί ένα μηχανισμό κάλυψης των δικών μας ευθυνών, παρά εργαλείο για πραγματική αλλαγή και αποδοχή του διαφορετικού.
Η ψυχιατρική δεν χρειάζεται να λέει, αλλά να πράττει διαφορετικά. Πρέπει η ίδια να επιδείξει όχι φοβική συμπεριφορά αλλά μια φιλικότητα, μια άλλη συνάντηση με την τρέλα.
Πρέπει να αποβάλει πρακτικές και λειτουργίες εγκλεισμού και βίας οι οποίες συμβάλλουν στην διάχυση μιας κουλτούρας φόβου παρά αποτελούν θεραπεία.
Η ψυχιατρική λειτουργεί με επιστημονικά στερεότυπα και πρέπει να τα αλλάξει αν θέλουμε αλλαγή στο ψυχιατρικό τοπίο.
Έχουμε ανάγκη ένα άλλο ψυχιατρικό παράδειγμα με διαφορετικές παραδοχές.
Πριν χρόνια στην 3η Ψυχιατρική Κλινική είχαμε ένα μόνο τμήμα χρονίων γυναικών. ΤΟ 6Α όπου έμεναν 58 γυναίκες με πολλά χρόνια νοσηλείας, χαμηλή λειτουργικότητα υπό συνθήκες στέρησης, κάτω από καθεστώς περιορισμού ελευθεριών και δικαιωμάτων και με το πρόσχημα της θεραπείας υφίστατο τη βία του ολοπαγούς ιδρύματος. Ήμουν σχεδόν τρομοκρατημένος. Πώς θα δουλεύαμε χωρίς τμήμα χρονίων αντρών; 8 χρόνια δουλεύαμε σαν κλινική. Κανένας άντρας δεν έμεινε μέσα. Γιατί; Γιατί κάθε φορά που έμπαινε κάποιος για νοσηλεία, έχοντας χάσει όλους τους υποστηρικτικούς υποδοχείς και υπήρχε κίνδυνος να μείνει έγκλειστο ς στο ψυχιατρείο, συγκεντρωνόταν η ψυχιατρική ομάδα και έλεγε: Για αυτόν τον άρρωστο πρέπει να βρούμε μια λύση. Αν είχαμε τη λύση της αποθήκης, πολλούς χρόνιους θα είχαμε κατασκευάσει όλα αυτά τα χρόνια.
Αν δεν είμαστε προσηλωμένοι στο στόχο ότι «ακόμα και για τον πιο διαταραγμένο υπάρχει ένας δρόμος που το οδηγεί μέσα στην κοινωνία», πολλοί από τους ασθενείς μας θα είχαν μείνει στο τμήμα χρονίων. Αν οι αρχές αποκατάστασης δεν είναι κάτι που πρέπει να εφαρμόζεται στους παλιούς ασθενείς μετά πολλά χρόνια νοσηλείας, αλλά είναι κάτι που πρέπει να υπάρχει ως πυρηνικό στοιχείο οποιασδήποτε θεραπευτικής στρατηγικής απ' την αρχή της διάγνωσης, τότε δε θα μιλούσαμε για χρονιότητα με τους ίδιους όρους που μιλάμε σήμερα.
Διότι τι τύχη μπορεί να έχει ένας άρρωστος που μετά την δεύτερη επίσκεψη του στην πανεπιστημιακή κλινική παίρνει την άγουσα προς κάποιο ψυχιατρείο, και μετά μερικά χρόνια την οδό προς κάποιο άθλιο κρεβάτι σε κάποιο θάλαμο χρόνιων, γνωρίζοντας την πλήρη απαξίωση και εξευτελισμό σαν πρόσωπο;
Κάτω από μια τέτοια προβληματική το πρόβλημα της χρονιότητας είναι μια κατασκευή της ψυχιατρικής περισσότερο παρά μια πραγματική κατάσταση ο δε χρόνιος ασθενής είναι σίγουρα κατασκευή του ψυχίατρου.
Ας πιάσουμε τώρα το πρόβλημα του ανήσυχου και διεγερτικού ασθενούς. Ποιος είναι ο ανήσυχος και διεγερτικός ασθενής; Πριν ένα χρόνος όταν έκλεισε το ΘΨΠΧ και η ψυχιατρική κλινική του Π.Α.Γ.Ν.Η. στα πλαίσια της τομεοποίησης θα αναλάμβανε το σύνολο της νοσοκομειακής νοσηλείας του τομέα (νομού Ηρακλείου), ήλθαν 2-3 ομάδες νοσηλευτών από το Π.Α.Γ.Ν.Η στο Θ.Ψ.Π.Χ. για να αποκτήσουν εμπειρία στο χειρισμό και αντιμετώπιση ανήσυχων και διεγερτικών ασθενών. Ασθενών για νοσηλεία με εισαγγελική παραγγελία κλπ. Ήλθαν να δουν καθηλώσεις, απομονώσεις, φοβερά και τρομερά πράγματα διότι εν τω μεταξύ ο κ καθηγητής τους τότε τους είχε εισαγάγει σε ένα παρόμοιο κλίμα κατασκευάζοντας δύο λευκά κελιά στην κυριολεξία μέσα στην κλινική για τους ανήσυχους ασθενείς. Τέτοιους ασθενείς δεν είδαν, διότι τέτοιους ασθενείς δεν είχαμε. Και όλοι ξέρανε ότι στην ουσία τέτοιοι ασθενείς είναι σπάνιοι. Αλλά ακόμη και αυτός ο ασθενής βοηθούμενος να περάσει την κρίση του, το παραλήρημα του, σε συνθήκες που να μην του πλήττουν την αξιοπρέπεια και το πρόσωπο, συμπεριφέρεται διαφορετικά. Τα μέτρα περιορισμού των ελευθεριών που σήμερα μαζικά εφαρμόζονται σε ολόκληρο το ελληνικό ψυχιατρικό σύστημα κατά των ασθενών αποτελούν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δεν νομιμοποιούνται με το αιτιολογικό της ασφάλειας για τον άρρωστο. Μια τέτοια διαμεσολάβηση της ψυχιατρικής καλλιεργεί, πυροδοτεί, και γιγαντώνει ένα κλίμα απόρριψης του διαφορετικού, περισσότερο παρά αποτελεί θεραπευτική διεργασία.
Θέλω να έρθω στο ΚΨΥ για 6 μήνες μου είπε ένας ειδικευόμενος ψυχίατρος και μετά να πάω στην ψυχιατρική κλινική να δω τους οξείς ασθενείς. Και μένα καθήκον μου ήταν, να του διαλύσω αυτή την κατασκευή, αυτό το στερεότυπο.
Έπρεπε να καταλάβει ότι είναι ο ίδιος άρρωστος που αν δεν δουλέψει με αυτόν η κινητή μονάδα, το πρόγραμμα επισκέψεων κατ' οίκον, και όλες οι δράσεις που έχουμε αναπτύξει στο Κ.Ψ.Υ., αυτός θα καταλήξει διεγερτικός, ανήσυχος κάι με εισαγγελική εντολή για νοσηλεία στην ψυχιατρική κλινική. Εκεί ενδεχομένως με την αιτιολογία της θεραπείας θα καθηλωθεί, θα απομονωθεί, θα χαρακτηριστεί ανήσυχος και επικίνδυνος. Ασφαλώς υπάρχει η ψυχοπαθολογία που μπορεί να διακινήσει επιθετική συμπεριφορά αλλά αυτό είναι πολύ διαφορετικό από την κατασκευή του «επικίνδυνου» .
Ο διαχωρισμός, η επιλεκτικότητα, πρέπει να λείψουν πρώτα από την ψυχιατρική πράξη, αν θέλουμε να λείψουν απ' την κοινωνία.
Η θεραπεία στην ψυχιατρική δεν μπορεί να περιλαμβάνει κατατάξεις, κατηγοριοποιήσεις, στιγματικές διαγνώσεις, βία και καταστολή αλλά επίγνωση του γεγονότος ότι και για τον πιο διαταραγμένο υπάρχει ένας δρόμος που τον οδηγεί στην συμβίωση με το σύνολο μέσα στο σύνολο. Η ανίχνευση αυτού του δρόμου στα πλαίσια των δικαιωμάτων και των ελευθεριών είναι η θεραπεία.
Τέλος, είμαι πεπεισμένο ς ότι αν στο πρόβλημα δεν μπουν καινούρια στοιχεία, οι ψυχίατροι θα συνεχίσουν να λύνουν την εξίσωση με τον ίδιο τρόπο. Οι ίδιοι οι χρήστες μέσα από ομάδες αυτοβοήθειας, οι γονείς, φίλοι, μέσα από συλλόγους αν δεν μπουν στο παιγνίδι, τίποτα ποιοτικά διαφορετικό δεν πρόκειται να προκύψει.
Το Άσυλο ως τόπος της τρέλας θα συνεχίζει να αποτελεί την καλύτερη απόδειξη ότι στον τόπο της λογικής (όπου κατοικούμε εμείς) δεν υπάρχουν τρελοί και η ιδρυματική ψυχιατρική με τα στερεότυπα της και την ιδρυματική φροντίδα θα συνεχίσει να πιστεύει ότι ο εγκλεισμός και το ψυχοφάρμακο είναι ο πειστικότερος τρόπος αντιμετώπισης της τρέλας και η καλύτερη απόδειξη ότι αποτελεί επιστήμη, αφού μπορεί να θεραπεύει.
Άλλωστε αυτός είναι ο δρόμος που οδήγησε την ψυχιατρική από τα αρχαία Ασκληπιεία στα σημερινά ψυχιατρικά Αμπού Γκράιμπ.

Πιο κάτω θα ήθελα να παραθέσω ορισμένα συγκριτικά στοιχεία 2 ετών (με ψυχιατρείο-χωρίς ψυχιατρείο) (2003 και 2006) για την περιφέρεια Κρήτης.
Και τούτο γιατί ακούγονται πολλά για δήθεν προβλήματα που ανέκυψαν μετά το κλείσιμο του ψυχιατρείου.
Τα προβλήματα βέβαια υπάρχουν, αλλά είναι στην αντίθετη πλευρά από αυτή που υποστηρίζουν οι πολέμιοι της μεταρρύθμισης.

Συγκριτικά στοιχεία του συστήματος ψυχιατρικής φροντίδας
στην περιφέρεια Κρήτης κατά τα έτη 2003 και 2006
(Προ και μετά την λειτουργία του ΘΨΠΧ)
2003
- 1201 εισαγωγές στο ΘΨΠΧ οι οποίες αναλύονται ως εξής:
607(50%) Χανιά, 176(15%)Ρέθυμνο, 84(7%)Λασίθι, 334(28%)Ηράκλειο
- Ακούσιες εισαγωγές 70% από άλλους νομούς, 45% από το νομό Χανίων
- Μέσος όρος νοσηλείας στο ΘΨΠΧ 18 ημέρες
- Μέσος όρος νοσηλείας στο ΠΑΓΝΗ 18,9 ημέρες
- Εισαγωγές στo ΠΑΓΝΗ 376 (όλες εκούσιες)
- Σύνολο νοσηλειών 1201+376=1577
- Αυτοκτονίες 41 στην περιφέρεια Κρήτης
- Έγιναν περί τις 200 μεταγωγές από Ηράκλειο προς Χανιά
- Εξωτερικά Ιατρεία Ρεθύμνου 1519 επισκέψεις
- Νοσηλείες Κρητών σε ψυχιατρεία Αθηνών
→Δρομοκαΐτειο: 17( διαμένοντες στην Κρήτη 2)
→Δαφνί: 3 (διαμένοντες στην Κρήτη 3)
2006
- Νοσηλείες στο ΓΝΧανίων 587 – Ακούσιες 177(30%)
- Μέσος όρος νοσηλείας 16,17 ημέρες
- Νοσηλείες στο ΠΑΓΝΗ 525(353 στην κλινική και 172 στα οξέα)
- Συνολικές νοσηλείες 587+525=112 (465 λιγότερες)
- Μέσος όρος νοσηλείας στο ΠΑΓΝΗ 16,6 ημέρες
- Εξωτερικά Ιατρεία Ρεθύμνου 3155 επισκέψεις
- Κινητή Μονάδα Λασιθίου 350 ασθενείς από Οκτώβριο 2006 έως Οκτώβριο 2007
- Αυτοκτονίες 38 στην περιφέρεια Κρήτης
- Νοσηλείες Κρητών σε ψυχιατρεία Αθηνών
→Δρομοκαΐτειο: 18 (Διαμονή στην Κρήτη 2)
→Δαφνί: 3 (Διαμονή στην Κρήτη 3)
Τα στοιχεία αναλύονται και στους πίνακες Α και Β.

ΠΙΝΑΚΑΣ Α




ΠΙΝΑΚΑΣ Β



ΣΧΟΛΙΑ
Απ’ την μελέτη των συγκριτικών στοιχείων των 2 ετών 2003 και 2006, προκύπτουν τα εξής :
1.α) Δραστηριοποιείται η Κινητή Μονάδα Λασιθίου με αξιοζήλευτα αποτελέσματα (σε 1 χρόνο παρακολούθησε 350μ ασθενείς και είχαμε μόνο 12 εισαγωγές στο ΠΑΓΝΗ)
β) Το ΚΨΥ Χανίων έχει αναπτύξει Κινητή Μονάδα η οποία παρακολουθεί 150 ασθενείς το χρόνο και μια δράση κατ’ οίκον επισκέψεων που παρακολουθεί περίπου 150 ασθενείς από την πόλη των Χανίων.
γ) Δουλεύουν καλύτερα τα Εξωτερικά Ιατρεία Ρεθύμνου. Από 1519 επισκέψεις το 2003, ανέβηκε στις 3155 το 2006.
δ) Υπήρξε μια αλλαγή της κουλτούρας των επαγγελματιών ψυχικής υγείας με κοινοτικό προσανατολισμό. Η νοσοκομειακή νοσηλεία πλέον δεν αποτελεί πρώτη ίσως και μοναδική δυνατότητα αλλά την τελευταία λύση.
Η ύπαρξη τόσων δομών και η ανάπτυξη τόσων κοινοτικών δράσεων άλλαξαν την στάση του γενικού πληθυσμού απέναντι στον ψυχικώς πάσχοντα.
ε) Το σύστημα είναι λιγότερο βίαιο, στιγματιστικό, με μεγαλύτερη προσβασιμότητα και φιλικότητα προς τους χρήστες.
Όμως η πτώση των νοσηλειών οφείλεται και στην μη ύπαρξη και λειτουργία του πολυδύναμου Κέντρου Ψυχικής Υγείας στον Άγιο Νικόλαο και του ΨΤΓΝ Ρεθύμνου.
Οι δύο αυτές δομές κρίνονται απαραίτητες διότι «φορτώνεται» το σύστημα στα Χανιά και στο Ηράκλειο και κάποια στιγμή δεν θα αντέξει. Επιπλέον, για λόγους ολοκλήρωσης της τομεοποίησης πρέπει να γίνουν οπωσδήποτε.
Αυτό προκύπτει και από την ανάγνωση των στοιχείων.
Οι νοσηλείες το 2006 υπολείπονται κατά 465.Από αυτούς οι 175 + 84 =259 θα καλυφθούν από το πολυδύναμο κέντρο Αγ. Νικολάου και το Ψ.Τ Ρεθύμνου. Οι υπόλοιπες 465-259=206 νοσηλείες που αποτελούν το 13% των νοσηλειών εξηγούνται και δικαιολογούνται –θα έλεγα ήταν αναμενόμενες-από την μετατροπή του συστήματος σε κοινοτικό, ανοιχτό, φιλελεύθερο. Αναμέναμε οι νοσηλείες να ήσαν λιγότερες. Αλίμονο αν δεν ήσαν…
2. Το έτος 2006 δεν έγινε καμία μεταγωγή. Αυτό είναι πολύ σπουδαίο διότι οι μεταγωγές ήταν και είναι σε άλλα μέρη της Ελλάδας ένα αίσχος.
3. Οι έγκλειστοι του ΘΨΠΧ που ζούσαν κάτω από απαράδεκτες και προσβλητικές για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια συνθήκες, σήμερα ζουν ανθρώπινα. Ζουν σε ξενώνες, διαμερίσματα, οικοτροφεία σε όλη την Κρήτη. Στα Χανιά ζουν 140 ασθενείς σε 5 ξενώνες, 4 οικοτροφεία και 7 διαμερίσματα. Στο Ρέθυμνο, Ηράκλειο και Λασίθι ζουν άλλοι 40-50 ασθενείς σε 1 ξενώνα στο Ρέθυμνο, 2 στο Ηράκλειο και 2 στο Λασίθι. Στα Χανιά υπάρχει επίσης άλλος ένας ξενώνας ΜΚΟ με 10 ασθενείς. Ένα πρόβλημα που πρέπει να λυθεί είναι η «μεταφορά» του στεγαστικού πλέγματος από τα Χανιά προς τους άλλους νομούς. Πρέπει να μεταφερθούν οπωσδήποτε 2 δομές στο Ηράκλειο, 1 στο Λασίθι και 2 στο Ρέθυμνο. Έτσι στα Χανιά θα μείνουν 11 δομές. Αυτό πρέπει να γίνει οπωσδήποτε αφ’ ενός για τους ενοίκους (εντοπιότητα) αφ’ ετέρου για την ομαλή λειτουργία του συστήματος. Κάθε τομέας πρέπει να διαθέτει ένα αριθμό στεγαστικών δομών για να καλύπτει τις ανάγκες του.
4. Στα 2 χρόνια στην Κρήτη δεν έγινε καμία νέα νοσοκομειακή ιδιωτική κλίνη.
5. Οι ΜΚΟ είναι 2 ξενώνες του Ξένιου Δία από την Α΄ φάση του Ψυχαργώς και 1 Κινητή Μονάδα στο Λασίθι. Όλες οι άλλες δομές λειτουργούν στα πλαίσια του Δημόσιου Τομέα που κατά την γνώμη μου έχει και αυτό τη σημασία του.
6. Εκτός Κρήτης το 2006νοσηλεύτηκαν στο Δαφνί : 3 και στο Δρομοκαΐτειο: 2
Οι νοσηλείες το 2003 ήταν στο Δρομοκαΐτειο 2 και στο Δαφνί 3.
Είναι σημαντικό στοιχείο διότι ανάμεσα στα πολλά μυθεύματα είναι και το ότι έκλεισε το ΘΨΠΧ και οι Κρήτες νοσηλεύονται αλλού ! Είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι όποιος πήγαινε στο ΘΨΠΧ εναλλακτικά θα πάει στο κοντινότερο δημόσιο ψυχιατρείο. Για ευνόητους λόγους.
Επ’ ουδενί θα καταφύγει σε ιδιωτική κλινική. Αλλά αν είχαμε πρόσβαση και εκεί, πιστεύω τα στοιχεία θα ήταν ανάλογα.
7. Έχομε μείωση των ακούσιων στα Χανιά από 45% σε 30%. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.
8. Ο μέσος όρος νοσηλείας είναι μειωμένος και στο ΓΝΧ και στο ΠΑΓΝΗ.
9. Στην περιφέρεια Κρήτης βάσει μελέτης οι νοσοκομειακές ανάγκες εκαλύπτοντο με 90 κλίνες, ενόσω λειτουργούσε το ΘΨΠΧ. Αυτές διεσπάρησαν ως εξής: Χανιά 25, Ηράκλειο 45, Ρέθυμνο 12, Λασίθι 8, βάσει του πληθυσμού. Υπάρχουν οι κλίνες Ηρακλείου και Χανίων και χρειάζεται να γίνουν οι κλίνες Αγ. Νικολάου και Ρεθύμνου.
10.Έγινε επιδημιολογική μελέτη όλων των νοσηλευθέντων το 2003 στο ΘΨΠΧ και όλων των νοσηλευομένων μια τυχαία μέρα το 2003. Από αυτές τις επιδημιολογικές μελέτες προέκυψαν στοιχεία περί του σε τι ποσοστό το νέο σύστημα καλύπτει τους ασθενείς.
Μελετήθηκε η τύχη και η πορεία όλων των νοσηλευομένων μια τυχαία μέρα (5-8-2003). Υπήρχε ακόμα και λειτουργούσε το ψυχιατρείο.
Στο ψυχιατρείο νοσηλεύονταν κατά τα ¾ των κλινών χρόνιοι ασθενείς και κατά το ¼ (περίπου 90 κλίνες) οξείς ασθενείς. Οι ασθενείς ήσαν εκ Κρήτης στην μεγάλη τους πλειοψηφία και κατά το 50% από το νομό Χανίων. Το υπόλοιπο 50% ήταν 30% από το νομό Ηρακλείου, 12% από το Ρέθυμνο και 8% από Λασίθι.
Από την μελέτη προέκυψαν τα εξής στοιχεία:
Οι 172, δηλαδή το 64% κατοικούν σε ξενώνες.
Οι 5, δηλαδή το 1,8% νοσηλεύεται σε άλλο ψυχιατρείο.
Οι 40 (14,5%) απεβίωσαν.
Οι 8 (2,8%) παραμένουν άγνωστοι για το «σύστημα).
Οι 45 κατοικούν στα σπίτια τους.
Από τους 45 το ποσοστό που δεν παρακολουθείται είναι 12 ασθενείς δηλαδή 4,4% ενώ 33 ασθενείς δηλαδή 12,5% παρακολουθούνται ψυχιατρικά. Οι 12 ασθενείς, δηλαδή δεν θέλουν βοήθεια από καμία υπηρεσία και παραμένουν έξω.
Επομένως από το σύνολο των ασθενών δεν παρακολουθούνται το 2,8% ως άγνωστοι και το 4,4% που γνωρίζουμε ότι είναι στα σπίτια τους αλλά δεν παρακολουθούνται για διάφορους λόγους.
Συνολικά 2,8% των ασθενών που ήταν νοσηλευόμενοι στις 5-8-2003 σήμερα δεν παρακολουθούνται. (ΠΙΝΑΚΑΣ 1)

ΠΙΝΑΚΑΣ 1



Εν συνεχεία μελετήθηκε η πορεία του συνόλου των νοσηλευθέντων το 2003. Αλλά επειδή βρήκαμε δυσκολίες για την πρόσβαση στα αρχεία του Νοσοκομείου (επίκληση ιατρικού απορρήτου!), πήραμε ένα τυχαίο δείγμα (κάθε 10 επιλέξαμε 1 άτομο από το σύνολο που μας δόθηκε από το ΘΨΠΧ). Η ανάλυση του ανωτέρω δείγματος (ΠΙΝΑΚΑΣ 2) δίδει τα εξής :
Μόνον ένα ποσοστό 2,5% των ασθενών δεν παρακολουθούνται. Αυτό το στοιχείο δείχνει και την ποιότητα του νέου ψυχιατρικού τοπίου. Υπάρχει θεραπευτική συνέχεια και στο μέλλον τα πράγματα θα γίνουν ακόμα καλύτερα, αφού εν τω μεταξύ νέες δράσεις αναπτύσσονται και φιλοδοξούμε στη δόμηση και λειτουργία ενός δικτύου κοινοτικών υπηρεσιών που θα δίδει σφαιρική φροντίδα αντί της απλοποιητικής ιδρυματικής απάντησης σε κάθε ψυχιατρικό αίτημα.

ΠΙΝΑΚΑΣ 2



11. Οι αυτοκτονίες μειώθηκαν από 41 σε 38 στην Κρήτη.
12. Ζούμε για 4 χρόνια σε μια ολόκληρη περιφέρεια την ψυχιατρική χωρίς ψυχιατρείο. Αυτό δεν είναι όραμα πλέον αλλά είναι μια πραγματικότητα.
13. Μια τελευταία πλευρά κριτικής είναι: Τι θα κάνουμε με τον ασθενή που χρειάζεται μεγαλύτερο χρόνο νοσηλείας.
Η χρονιότητα υπάρχει στην σχιζοφρένεια, αλλά ο χρόνιος ασθενής «κατασκευάζεται».
Είναι άλλη ψυχιατρική να αναζητεί χώρους για τους ανήσυχους, τους χρόνιους, τους διεγερτικούς, τους μη ανταποκρινόμενους και άλλη η ψυχιατρική που συναντά, προσεγγίζει και αντιμετωπίζει τον άρρωστο και τα συμπτώματα του ως έχοντα κάποιο νόημα. Εν πάση περιπτώσει αν σε κάθε τομέα είχαμε ένα «μετανοσοκομειακό ξενώνα» αυτό θα ήταν η λύση για αυτό το πρόβλημα.
Αλλά η λύση τελικά είναι αν αποδεχθούμε ότι κάθε νοσοκομειακή νοσηλεία είναι το έσχατο μέσον και η αποτυχία μας να κρατήσουμε τον ασθενή στο κοινωνικό, εργασιακό, οικογενειακό του χώρο.
14. Το «παράδειγμα» της Κρήτης θα μπορούσε να αποτελέσει ένα «πιλότο» για το αν μπορούμε να περιμένουμε μια ψυχιατρική χωρίς ψυχιατρείο, τομεοποιημένη, ανοιχτή, κοινοτική, της ευθύνης, της θεραπείας και της ελευθερίας. Αρκεί να κάνουμε τώρα τις διορθώσεις που πρέπει.
15. Ρύθμιση του καθεστώτος του ΘΨΠΧ.
α) Ή ένα νέο ΝΠΔΔ που θα περιλαμβάνει το ΚΨΥ και τις στεγαστικές δομές.
β) Ή ένταξη του συστήματος ψυχικής υγείας (ΚΨΥ και στεγαστικές δομές) στο ΓΝΧ
Σε αυτή την περίπτωση πρέπει να ξεχωρίσει η νοσοκομειακή νοσηλεία (ΨΤΓΝ) από την πρωτοβάθμια φροντίδα και την αποκατάσταση (ΚΨΥ και στεγαστικές δομές).
Όρος της ένταξης του συστήματος ψυχικής υγείας στο Γεν.Νοσοκομείο είναι η εξασφάλιση των πόρων (ανθρώπινων και οικονομικών). Χρειάζεται δηλαδή αυτονομία και ύπαρξη ξεχωριστών κωδικών χρηματοδότησης.
Επιπλέον πρέπει να λειτουργήσουν όλες οι μέχρι τώρα επεξεργασμένες δράσεις, προτάσεις και δικλείδες. Τομεακή Επιτροπή, Επιτροπή Εισόδου στις στεγαστικές δομές, κριτήρια ένταξης ασθενών στις δομές κ.λ.π ούτως ώστε να έχομε ένα σύστημα με υψηλή ποιότητα φροντίδας.
Συμπερασματικώς και ολιγολέκτως :
Στην Κρήτη εδώ και 4 χρόνια λειτουργεί μια ψυχιατρική χωρίς ψυχιατρείο. Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να ονειρευόμαστε ένα σύστημα ψυχιατρικής φροντίδας χωρίς στιγματισμούς, βίαιες προσαγωγές και εγκλεισμό. Και αφού λειτουργεί για 4 χρόνια σε μια περιφέρεια, μπορεί να λειτουργήσει παντού και για πάντα. Η λαθολογία για το «συνοπτικό», «γρήγορο», «λανθασμένο» κλείσιμο του ΘΨΠΧ περισσότερο αποτελεί μια δόλια μορφή υπεράσπισης του Ασύλου και του ιδρυματικού μοντέλου, παρά είναι μια επισήμανση των λαθών που όντως έγιναν.
Στον παρόντα χρόνο, η «μετακίνηση» των δομών του στεγαστικού πλέγματος από το νομό Χανίων προς άλλους νομούς, η λειτουργία του ΨΤΓΝ Ρεθύμνου και του πολυδύναμου ΚΨΥ Αγ.Νικολάου και η ρύθμιση του νέου καθεστώτος αφού διαλυθεί ο Οργανισμός του ΘΨΠΧ, αποτελούν άμεσες προτεραιότητες και η μη υλοποίηση τους αποτελεί κίνηση παλινδρόμησης προς το παρελθόν. Αν γίνουν αυτά θα είμαστε σε ένα σημείο για να κατακτήσουμε ένα καλύτερο και ποιοτικότερο σύστημα ψυχιατρικής φροντίδας.

Τρίτη, 29 Απριλίου 2008

Ψυχιατρική μεταρρύθμιση – Αντιμεταρρύθμιση – Απορρύθμιση

Κλινική Ψυχολόγος
Δρ Άννα Εμμανουηλίδου



1. ( -) ρύθμιση: το αντικείμενο του πόθου;


1.1. Βρισκόμαστε ακριβώς 20 χρόνια μετά από την έγκριση του ιστορικού νόμου 815/84, που έμελλε να συμβολίσει τη μεγαλύτερη ως τώρα αλλαγή στο ψυχιατρικό τοπίο της σύγχρονης Ελλάδας. Και παρόλα όσα έχουν συμβεί, όλες οι περιγραφές καταλήγουν στην τελική διαπίστωση ότι η μεταρρύθμιση δεν έγινε, ότι το όραμα μια «άλλης» ψυχιατρικής πραγματικότητας προδόθηκε. Από ποιόν, πώς και γιατί, είναι ερωτήματα ανοιχτά σε αντικρουόμενες ερμηνείες, το γεγονός όμως μιας μη ικανοποιητικής ψυχιατρικής κατάστασης σήμερα μοιάζει να είναι στην πλειοψηφία κοινά αποδεκτό.
Στην πράγματι εναγώνια προσπάθεια αξιολόγησης της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης («που δεν έγινε…») στην Ελλάδα, όσο κριτικά κι αν αναφερόμαστε σ’ αυτήν, όσο ασυμβίβαστα κι αν ακούγονται τα σχόλια ανθρώπων, που αναμφισβήτητα έδωσαν κομμάτι του εαυτού τους και της προσωπικής ιστορίας τους στην υπόθεση της αποϊδρυματοποίησης, ένα γίνεται γρήγορα φανερό: το αίσθημα ενός σισύφειου αδιεξόδου, μιας ειρωνικής εν τέλει αστοχίας αρχικά πολλά υποσχόμενων πρακτικών, η απελπισμένη και αγχώδης διαπίστωση ότι «χρειάζονται κι άλλα»! Κι άλλα χρήματα, κι άλλες προσπάθειες, κι άλλο προσωπικό, κι άλλα κρεβάτια, κι άλλες υπηρεσίες, κι άλλη εκπαίδευση, κι άλλος χρόνος, κι άλλα…κι άλλα… κι άλλα… Σαν η ψυχιατρική μεταρρύθμιση να αποτυγχάνει μέσα από ένα ποσοτικό έλλειμμα, τόσο καθαρά αριθμητικών, όσο και ποιοτικών χαρακτηριστικών. Σαν, κάνοντας περισσότερα από τα μέχρι τώρα επιχειρούμενα, να μπορούσε να αυξηθεί η πιθανότητα της επιτυχίας της…
Όταν ωστόσο παρατηρείται μια τόσο ισχυρή και διαρκής αδράνεια ενός συστήματος (εδώ: της ιδρυματικής ψυχιατρικής κουλτούρας) σε παρεμβάσεις μετασχηματισμού του, οφείλουμε, πέρα από το να αγανακτούμε γι’ αυτό και να αποδίδουμε τις εξελίξεις σε μια ιδρυματική υπερδύναμη, να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τη δυναμική αυτής της αδράνειας, δηλαδή να τολμήσουμε να θέσουμε εαυτοίς το ερώτημα: πώς και έτσι τόσες προσπάθειες διείσδυσης, τόσες επαναλαμβανόμενες και συστηματικές «επιθέσεις» εναλλακτικών πρακτικών στην παραδοσιακή ψυχιατρική καθημερινότητα, οδηγούν όλες στην επανάληψη της ιδρυματικής κουλτούρας με πιο εκσυγχρονισμένα προσωπεία; Τι κάνουμε εμείς «λάθος», ή καλύτερα: πώς συνεισφέρουμε εμείς, ώστε να ξανακυλήσει η πέτρα του Σίσυφου με αυτή την ορμή προς τα κάτω, τη στιγμή που αρχίζουμε να πιστεύουμε πως τα καταφέραμε; Τα ερωτήματα αυτά δεν προέρχονται από κάποια ιδιάζουσα αφηρημένη θεωρητική προσέγγιση, αλλά ακολουθούν καταρχήν τον τρόπο σκέψης κάθε καλού μάστορα, ο οποίος παρατηρεί ότι ο τρόπος που πάει να μεταποιήσει το υλικό του δεν αποδίδει το επιθυμητό αποτέλεσμα: σ’ αυτή την περίπτωση αναζητά εναλλακτικές τεχνικές, εργαλεία ή χειρισμούς, και εγκαταλείπει τα μέχρι στιγμής χρησιμοποιούμενα ως μη αποτελεσματικά. Αν αντ’ αυτού συνέχιζε να επαναλαμβάνει ες αεί τις ίδιες (μη αποτελεσματικές) κινήσεις με ενισχυμένα τα ίδια (μη αποτελεσματικά) εργαλεία, με την ελπίδα ότι κάποτε κάτι θα αλλάξει και θα έρθει το επιθυμητό αποτέλεσμα, μάλλον αστείος θα γινόταν στον εξωτερικό παρατηρητή…

1.2. Σ’ αυτήν την πορεία είναι ενδιαφέρον να κοιτάξουμε από κοντά τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε, ως τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με την πράξη μας και την πραγματικότητα. Μιλούμε λοιπόν συνεχώς στην περίπτωση της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης για Ρύθμιση: ρύθμιση, μετα-ρύθμιση, αντι-μετα-ρύθμιση. Η Ρύθμιση έχει σχέση με το ρυθμό, δεν είναι τίποτ’ άλλο από την πρόσδοση ρυθμού σε μια διαδικασία, τη μετατροπή της έτσι σε κάτι, που χαρακτηρίζεται από κανονικότητα και ως εκ τούτου από προβλεψιμότητα. Η έννοια του ρυθμού, της προβλεψιμότητας και επομένως της ρύθμισης, ενέχει σε μεγάλο βαθμό το στοιχείο του έξωθεν ελέγχου. Η ρύθμιση ενός συστήματος σημαίνει ταυτόχρονα την αύξηση του ελέγχου του ρυθμιστή του πάνω σ’ αυτό. Μεταρρύθμιση ενός συστήματος δεν είναι τίποτ’ άλλο από την αλλαγή του ρυθμού σ’ αυτό, από την εγκαθίδρυση μιας άλλης κανονικότητας, δηλαδή μιας άλλης μορφής ελέγχου των διαδικασιών στο εσωτερικό του. Είναι ένας άλλος ο ρυθμιστής; Είναι άλλες οι επιμέρους διαδικασίες; Όπως και να ΄χει πάντως, δεν αμφισβητείται η βασική λογική της άσκησης του ελέγχου, ενός νέου ελέγχου, στο τι συμβαίνει στα πλαίσια του εν λόγω συστήματος. Η Αντι-μετα-ρύθμιση είναι με τη σειρά της, ίσως με διαφορετικούς επιμέρους στόχους ή διαφορετικό υποκείμενο άσκησης του ελέγχου, πάντως μια διαδικασία δομικά πανομοιότυπη με την αρχική ρύθμιση (εγκαθίδρυση ενός ασύλου) ή την μεταρρύθμισή της (εγκαθίδρυση άλλων κανονιστικών θεσμών). Και στις τρεις περιπτώσεις πρόκειται για σύνολα πράξεων, που αποσκοπούν στην εγκαθίδρυση και αύξηση ενός εξωτερικού ελέγχου γύρω από τη διαχείριση του ψυχικού πόνου.
Η άσκηση ελέγχου πάνω σε (ανθρώπινες ή άλλες φυσικές) διαδικασίες είναι κάτι, που δεν ακολουθεί και δε σέβεται τη φύση των πραγμάτων και τους δικούς της νόμους, αντίθετα αποτελεί μια συστηματική προσπάθεια χαλιναγώγησης, και άρα παραβίασής τους. Γι’ αυτό και πράξεις ή πρακτικές εγκαθίδρυσης και εξασφάλισης ελέγχου απαιτούν κατ’ ανάγκη την επένδυση μεγάλων ποσοτήτων ενέργειας από το ανθρώπινο περιβάλλον που τείνει να τις πραγματώσει (εδώ: οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας), καθώς επί της ουσίας αντιμάχονται την απρόσκοπτη ροή της δυναμικής των κοινωνικών διαδικασιών, όπως αυτή φέρεται από τα «φυσικά» ιστορικά της υποκείμενα (εδώ: οι «ψυχικά πάσχοντες» και οι αυθόρμητοι κοινωνικοί τους συνομιλητές: οικογένεια, γειτονιά, σχολείο, χώρος εργασίας, άλλοι «ψυχικά πάσχοντες» κλπ). Η ψυχιατρική μεταρρύθμιση είναι μια κουραστική, επίπονη και ανοικονόμητη ενεργειακά διαδικασία, γιατί προσπαθεί να (μετα-)ρυθμίσει. Στο πεδίο που σήμερα συζητούμε, μάχονται μεταξύ τους λοιπόν δύο, αν όχι τρεις, ρυθμίσεις: η αρχική ασυλική ρύθμιση, η Μετα- και η Αντιμετα-ρύθμιση. Πρόκειται όμως για αντιπάλους, που χρησιμοποιούν τα ίδια όπλα, μοιράζονται δηλαδή εν τέλει την ίδια κουλτούρα στη συνάντησή τους, κι έτσι συνδιαμορφώνουν τον ίδιο πόλεμο. Όσο κι αν προσπαθούν να εκσυγχρονίσουν τα όπλα ή τις μεθόδους τους, επαναλαμβάνουν την ιδεολογία της ρύθμισης (=προσπάθειας άσκησης εξωτερικού ελέγχου) και ως εκ τούτου ενισχύουν την ίδια εσωτερική κουλτούρα, που κάνει κάθε προσπάθεια να παλινδρομεί χωρίς ελπίδα βαθύτερης διαφοράς.

Σύμφωνα με μια συστημική προσέγγιση των αλλαγών σ’ ένα σύστημα, αλλαγή επέρχεται με την εισαγωγή μια νέας σημαίνουσας πληροφορίας σ’ αυτό, μιας πληροφορίας δηλαδή, η οποία να «κάνει διαφορά». Υπάρχουν δυο βασικοί τρόποι να εισάγουμε μια τέτοια πληροφορία της Διαφοράς σ’ ένα σύστημα: η μία είναι κάνοντας κάτι νέο, η άλλη σταματώντας να κάνουμε κάτι παλιό[2]. Ακολουθώντας την ιδέα της ρύθμισης στην περίπτωσή μας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η νέα πληροφορία της διαφοράς μπορεί να παραχθεί εσωτερικά του συστήματος α) κάνοντας κάτι διαφορετικό από ρύθμιση και/ή β) σταματώντας να πραγματώνουμε ρύθμιση (= έλεγχο). Τόσο η μία όσο και η άλλη σκέψη μας οδηγούν σε μια ιδέα, που για να συμβολίσουμε το ευρηματικό της χαρακτήρα θα την ονομάσουμε ιδέα της από-ρύθμισης.


2. Απο-ρύθμιση, αντί για μεταρρύθμιση

2.1. Από-ρύθμιση λαμβάνει χώρα όταν: α) παρεμβάλλονται ενεργητικά σε έναν μηχανισμό (ελέγχου στην περίπτωσή μας) παράγοντες που δυσχεραίνουν την εύ-ρυθμη (=κανονική, αναμενόμενη) λειτουργία του. Τέτοιοι παράγοντες αφορούν σε πράξεις ή δημιουργία χώρων δράσης, οι οποίοι παρενοχλούν, διαταράσσουν ή βραχυκυκλώνουν το μηχανισμό ελέγχου και επαναληπτικότητας στο σύστημα.
β) το εν λόγω λειτουργούν σύστημα (ελέγχου) αφήνεται να απορυθμιστεί. Αυτό συμβαίνει, όταν δεν ασκείται φροντίδα για τη συντήρηση των μηχανισμών εκείνων, που εξασφαλίζουν τη συνέχιση της απρόσκοπτης, αναμενόμενης επανάληψης της εγκαθιδρυμένης ρύθμισης. Στην περίπτωσή μας: όταν δεν υπάρχει η φροντίδα για συντήρηση των μηχανισμών ελέγχου και τήρησης της επαναληπτικότητας στα πλαίσια του ψυχιατρικού συστήματος.
Και στις δύο εκδοχές αυτό που συμβαίνει είναι να αυξάνεται η πιθανότητα εμφάνισης του αναπάντεχου, δηλαδή αύξησης του «χάους» (εντροπίας) στο εσωτερικό του ψυχιατρικού συστήματος. Τι είναι το αναπάντεχο στα πλαίσια ενός συστήματος ελέγχου; Ο μη έλεγχος, δηλαδή η παραίτηση των φορέων άσκησης ελέγχου του συστήματος (βλ. ψυχοκοινωνικών λειτουργών) από τον λειτουργικό τους, δηλαδή σταθεροποιητικό της υπάρχουσας κουλτούρας ρόλο.

Η απορύθμιση του αρχικού (μετα)ρυθμισμένου συστήματος πραγματώνεται όταν ως λειτουργός ενός συστήματος παύω να λειτουργώ, δηλαδή να ασχολούμαι ενεργητικά με το σύστημα προς ρύθμιση και μεταφέρω την εστίαση της προσοχής μου αλλού: όταν δηλαδή κάνω κάπου αλλού κάτι άλλο ή στην ψυχιατρική καθημερινότητα δεν κάνω τα αναμενόμενα. Τι σημαίνει όμως αυτό πρακτικά;

Μερικά από τα βασικά αναμενόμενα στην μεταρρυθμιστική ψυχιατρική σήμερα είναι:
η ενεργητική φροντίδα του «αρρώστου» από τους ψυχοκοινωνικούς λειτουργούς,
η αναζήτηση νέων, λιγότερο ασυλικών, μορφών φροντίδας, δομών ή υπηρεσιών,
η προστασία των «αρρώστων» από την ασυλική βία με την
ανάληψη της ευθύνης για προστασία των δικαιωμάτων τους από τους λειτουργούς τους ίδιους.
Όλη αυτή η διαδικασία κρατά όλους τους συμμετέχοντες (εγκλείστους και εργαζομένους) αιχμάλωτους στη λογική του ασύλου, έστω και ως κριτική ενασχόλησή τους μ’ αυτό και καταγγελία του. Όλοι συνεχίζουμε να ασχολούμαστε παθιασμένα με το άσυλο, καταναλώνουμε την ενέργεια, το πάθος και την καρδιά μας στον πόλεμο εναντίον του, στην δόμηση ανταγωνιστικών προς αυτό μορφών «περίθαλψης», δίνοντας αέναα τροφή στις δυνάμεις της αδράνειάς του. Οι «άρρωστοι» παραμένουν άρρωστοι και αδικημένοι, οι κριτικοί εργαζόμενοι ηρωικοί Δον Κιχώτες, οι οποίοι συνειδητοποιούν συνεχώς με οργή και αγανάκτηση την ανθεκτικότητα του «Κακού».
Όμως ένας «άρρωστος» ( = μη ρωμαλέος) δεν μπορεί παρά να χρειάζεται θεραπεία (=φροντίδα). Νέες μορφές φροντίδας δεν αίρουν το βασικό αυτονόητο της αρρώστιας (=έλλειψης ρώμης), αλλά διαμορφώνουν πιο ανθρωπιστικές συνθήκες συντήρησής της και των ανθρώπων που θεωρούνται φορείς της. Αυτή είναι κατά τη γνώμη μου μια από τις βασικές αιτίες τού ότι όλες οι προσπάθειες οικοδόμησης εναλλακτικών δομών φτάνουν πολύ γρήγορα σε ένα όριο, που το χαρακτηρίζουμε με σαφή δυσφορία ανακύκλωση της ιδρυματικής λογικής (στους ψυχιατρικούς τομείς των γενικών νοσοκομείων, στα προστατευόμενα διαμερίσματα, τα οικοτροφεία, ακόμα και στα ίδια τα ΚΨΥγείας). Καλούμαστε να δούμε ότι η μεταρρυθμιστική πρακτική μας εξακολουθεί να διέπεται στον πυρήνα της από τα προνοιακά εκείνα στοιχεία, τα οποία τη μετατρέπουν σε μια αέναη εκπαίδευση των χαρακτηρισμένων ως ψυχικά πασχόντων από μας τους ίδιους στην παθητικότητα, στην αναμονή εξωτερικών προς αυτούς λύσεων και στη συστηματική δολοφονία της φαντασίας τους και του μηχανισμού αναγνώρισης των προσωπικών αναγκών τους, δηλαδή στην αλλοτρίωσή τους ως υποκείμενα της προσωπικής τους ιστορίας. Σκεφτόμαστε γι’ αυτούς, πράττουμε γι’ αυτούς, συζητούμε γι’ αυτούς, αγωνιούμε γι’ αυτούς, συχνότατα δε αγανακτούμε γι’ αυτούς - και αντ’ αυτών -, χωρίς ποτέ να τους θεωρήσουμε ικανούς να τα κάνουν όλ’ αυτά μόνοι τους. Εκεί βρίσκεται κατά τη γνώμη μου και η πηγή της καθήλωσης όλων μας στην σισύφεια ιδρυματική τραγωδία, στην οποία – τι ειρωνεία!…- οι «άρρωστοί μας» στην καλύτερη των περιπτώσεων μας παρακολουθούν σαν σε ταινία. με εγκαρτέρηση, ενίοτε δε με συμπόνια και συμπάθεια, να προσπαθούμε να βελτιώσουμε τις ζωές τους!….


3. Η ανακάλυψη ενός «Αλλού», που δεν θα το κατασκευάσουμε εμείς

«Σταματώ να κάνω τα αναμενόμενα» θα σήμαινε:
Ø σταματώ να επενδύω στις μεταμορφώσεις του ασύλου χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του, που έχει γίνει και δική μου γλώσσα.
Ø Σταματώ να δουλεύω στην οικοδόμηση ενός νέου συστήματος «καλύτερου», ανθρωπιστικότερου ελέγχου και αλλοτρίωσης,
Ø αποδέχομαι για μια στιγμή το αδιέξοδό μου και αφουγκράζομαι άγνωστους ως τώρα ήχους.
Ø Αφήνω το σύστημα να απορυθμιστεί, μη συμμετέχοντας ενεργά στον φαύλο εκσυγχρονισμό του,
Ø παύω να ενδιαφέρομαι για την επαναληψιμότητα και τον έλεγχο των μηχανισμών του.
Ø Αποδέχομαι την εμπειρία μου, που μου λέει πως αυτή η κούραση πηγάζει από το ότι στην ουσία από μας όλα έχουν ειπωθεί – κι όμως δεν έχει ειπωθεί η Διαφορά.
Ø Αφουγκράζομαι.
Ø Αναρωτιέμαι: από πού μπορεί να ξεπηδήσει κάτι αναπάντεχο; Τι ή ποιος δεν έχει μιλήσει ακόμα; Τι ή ποιος θα είχε κάτι να πει ή να κάνει; Και τι θα ήταν αυτό;


Ο δρόμος οδηγεί αναπόφευκτα στον μόνο άφωνο και ευνουχισμένο συνομιλητή των τελευταίων διακοσίων χρόνων, στο ίδιο το ιστορικό υποκείμενο της ζωής του, που του την κλέβουμε –λιγότερο ή περισσότερο ανθρωπιστικά – κατ’ εξακολούθηση και ασύστολα: τον χαρακτηριζόμενο ως ψυχικά πάσχοντα (πάσχων είναι αυτός που υφίσταται παθητικά μια κατάσταση, όχι αυτός που ζει και τη βιώνει).

Τι θα συνέβαινε άραγε, αν :
v αντί να ασχολούμαστε με το άσυλο και τις μεταμορφώσεις του ασχολούμασταν με την ενεργητική ακρόαση των εγκλείστων του;
v αντί να εκπονούμε προγράμματα αποκατάστασης χωρίς τη δική τους συμμετοχή, αφιερώναμε το χρόνο και το πάθος μας στο να διαμεσολαβήσουμε προς την κοινωνία, ως απ’ αυτήν την ίδια χρισμένοι τεχνοκράτες ειδικοί, τις απ’ τους ίδιους αρθρωμένες ανάγκες τους;
v Αν καταρχήν παίρναμε σοβαρά αυτές τις ανάγκες, οι οποίες σήμερα, όταν αρθρώνονται, προκαλούν τον τρόμο και πολλών από τους προοδευτικούς εξ ημών, οι οποίοι τείνουν αμέσως να τις ακυρώσουν ως έκφανση της «αρρώστιας»;
Ανάγκες που μιλούν:
v για λιγότερα ή καθόλου φάρμακα,
v μη βία,
v έκφραση της δίκαιης οργής τους προς θεσμούς που τους δολοφονούν κοινωνικά και υπαρξιακά,
v προστασία των προσωπικών και πολιτικών τους δικαιωμάτων,
v ακρόαση υπαρξιακής αλληλεγγύης,
v ανθρώπινη ανταλλαγή χωρίς ψυχοπαθολογικού ενδύματος προκαταλήψεις,
v κατανόηση, ανοχή, ηρεμία και συχνά μη (θεσμική) παρέμβαση σε φάσεις οξέων ψυχικών κρίσεων - κρίσεων ζωής…

Τι θα συνέβαινε, αν
· αντιλαμβανόμασταν τους εαυτούς μας, όχι ως «ειδικούς» (σε τι, άραγε; Στην ξένη εμπειρία; Στο ξένο βίωμα;), αλλά ως κοινωνικούς συμπαρατασσόμενους σε ανθρώπους που βρίσκονται σε ψυχοκοινωνικό κίνδυνο και
· αφιερώναμε τις δυνάμεις μας στο να τους υποστηρίξουμε στους δικούς τους στόχους, με το θεσμικό μας ρόλο – εμείς, που έχουμε πρόσβαση σε χώρους, σε οικονομικούς πόρους, σε ταμεία υγείας, σε πολιτικές επιτροπές, που ο λόγος μας μοιάζει να έχει κοινωνικά μια βαρύτητα;
· Αν, με δυο λόγια,
· παραδεχόμασταν ότι δεν γνωρίζουμε τι είναι καλό γι’ αυτούς, αντί να προσποιούμαστε δυνατότητες που δεν έχουμε και ο σφετερισμός των οποίων μας φέρνει συνεχώς σε αντιπαράθεση με τους ίδιους μας τους εαυτούς και την εμπειρία στην εργασιακή και άλλη καθημερινότητά μας;

Όλα τα παραπάνω απαιτούν καταρχήν μια τεράστια εσωτερική στροφή προς μια νέα πίστη, την πίστη στην βασική ικανότητα της αποτελεσματικής αυτοδιάθεσης, στα ανθρώπινα αποθέματα και τις ζώσες ικανότητες όλων των ανθρώπων, είτε αυτοί βρίσκονται μέσα είτε έξω από μια σοβαρή κρίση ζωής. Σ’ αυτά τα πλαίσια η κρίση του ανθρώπου που καταφεύγει ή μεταφέρεται στους ειδικούς χώρους εργασίας μας δεν είναι αρρώστια (= έλλειψη ρώμης, αδυναμία, ανικανότητα), αλλά κρίση (= μια ειδική συνθήκη, όπου κάτι κρίνεται). Αυτή την κρίση δικαιούται ο καθένας από μας να τη ζήσει χωρίς βία εκ μέρους των άλλων και συγκαθορίζοντας τους όρους της κοινωνικής ανοχής της. Αυτό επιτυγχάνεται με το να ακούμε με προσοχή το αίτημά του, γιατί υπάρχει αίτημα, όπως υπάρχει και ανάγκη βοήθειας και στήριξης. Ξεκινώντας από την πίστη πως ο εν κρίσει άνθρωπος ξέρει τι χρειάζεται για να την υπερβεί, είμαστε εκεί για να του προσφέρουμε αυτούς τους δόκιμους για αυτόν τρόπους, να αποτελέσουμε γι’ αυτόν το μέσον απορρόφησης των κοινωνικών κραδασμών στην περίοδο της οξείας κρίσης, να διαμεσολαβήσουμε προς μια κοινωνία που μετατρέπει την αμηχανία της απέναντι στο άγνωστο σε φόβο και αμυντική προσπάθεια ελέγχου, ενίοτε με βίαια μέσα. Είμαστε εκεί σαν μια ανθρώπινη αλυσίδα που κυκλώνει με αλληλεγγύη το εν κρίσει υποκείμενο, για να του εξασφαλίσει το ζωτικό χώρο βίωσης και αυτοδιαχείρισης του πόνου του και της υπέρβασής του, σε μια συνεχή διαδικασία ανθρώπινης ανταλλαγής, συνομιλίας και αλληλεγγύης μαζί του.
Έτσι συμμετέχουμε ενεργά στη δημιουργία των όρων εκείνων, που θα επιτρέψουν την ανάδυση και το δυνάμωμα ενός «Αλλού», το οποίο δεν θα έχουμε φανταστεί, σχεδιάσει και κατασκευάσει εμείς, αλλά οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, που θα πάρουν στα χέρια τη ζωή τους και θα καθοδηγήσουν εμάς του ψυχοκοινωνικούς λειτουργούς στην ανακάλυψη ενός νέου επαγγελματικού, βλ. κοινωνικού ρόλου.

Συμβάλλω στην απορύθμιση της ψυχιατρικής σημαίνει λοιπόν παύω να ασχολούμαι με την ίδια και τους θεσμούς της και αφιερώνω τη δύναμή μου στο να αποκατασταθεί κοινωνικά η δυνατότητα ανάδυσης ενός αυθεντικού Άλλου, που πολλοί ονομάζουν αυτοβοήθεια των ανθρώπων με ψυχωσική ή άλλη ακραία ψυχική εμπειρία.

4. Συνέπειες για την πράξη

4.1. Η γλώσσα: η (από)ιδρυματοποιημένη και (από)ιδρυματοποιούσα γλώσσα

Η πραγματικότητα παράγεται για τους ανθρώπους μέσα από τη γλωσσική απεικόνιση και εκφορά της. Η γλώσσα δεν είναι (μόνο) εργαλείο επικοινωνίας, αλλά κατασκευαστικός παράγοντας νοημάτων.[3] Το ότι κάτι λέμε αποτελεί από μόνο του πράξη (βλ. «επικοινωνιακή πράξη» του Habermas), διαφορετικά λεγόμενα είναι διαφορετικές πράξεις, και ως τέτοιες έχουν διαφορετική κατασκευαστική δύναμη. Μια ιδρυματοποιημένη γλώσσα παράγει μια ιδρυματική πράξη. Μια αποϊδρυματοποιημένη γλώσσα παράγει μια αποϊδρυματοποιούσα πράξη. Μια μη-ιδρυματική γλώσσα παράγει μια χωρίς ίδρυμα πράξη και πραγματικότητα.
Η γλωσσική καθήλωσή μας σε ένα απ’ τα δύο πρώτα πεδία δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να συμβαδίζει με μια διαφορετική πράξη, μια πράξη υπέρβασης της ιδρυματικής φιλοσοφίας. Η γλωσσική μετατόπισή μας από το ένα πεδίο στο άλλο, σημαίνει και την πρακτική μετατόπισή μας από την μια εφαρμογή στην άλλη.[4] Ας το δούμε συγκεκριμένα.

Α) Ιδρυματική ή ιδρυματοποιημένη ή απλώς: ιατρική γλώσσα
Ψυχικά πάσχων: αυτός που υφίσταται κάποια ψυχική κατάσταση
(Ψυχικά) Άρρωστος: ο μη (ψυχικά) ρωμαλέος, ο μη (ψυχικά) ικανός
(Ψυχικά) Ασθενής: ο (ψυχικά) αδύναμος
(Ψυχική) αρρώστια: η (ψυχική) έλλειψη ρώμης, ικανότητας, η ανικανότητα
θεραπεία: φροντίδα, βλ. κάποιος φροντίζει (θεραπευτής) και κάποιος φροντίζεται (θεραπευόμενος)
(ψυχ)ιατρός: αυτός που επιφέρει ίαση, δηλαδή εξαφάνιση μιας νόσου
ψ. νόσος (απ’ όπου και: νοσηλεύω - νοσηλεία - νοσηλευόμενος - νοσοκομείο): αυθύπαρκτη οντότητα, επιβλαβής για όποιον την υφίσταται
χρόνια, ανίατη νόσος: επιβλαβής οντότητα, η οποία δεν δύναται να εξαφανιστεί και συνοδεύει ισόβια το πρόσωπο που την υφίσταται παθητικά.

Το νοητικό κατασκεύασμα-αποκύημα αυτής της γλώσσας έχει ως εξής:
Τρέλα είναι μια επιβλαβής αυθύπαρκτη οντότητα, μια νόσος, της οποίας η - συνήθως μόνιμη - βλάβη αποδυναμώνει και καθιστά ανίκανο να χειριστεί τον εαυτό του και τη ζωή του αυτόν τον οποίο «χτυπά» και οποίος έχει την ατυχία να πρέπει να την υποστεί παθητικά, συνήθως ισόβια. Ο αδύναμος και ανίκανος πια αυτός άνθρωπος οφείλει να δέχεται θεραπείες, δηλαδή διαφόρων μορφών φροντίδα από ειδικά εκπαιδευμένα για την ίαση νόσων πρόσωπα, τους γιατρούς και τους βοηθούς τους. Στόχος όλων αυτών είναι η εξαφάνιση της νόσου που έχει καταλάβει τον παθητικά υπομένοντα άνθρωπο.

β) Αντιιδρυματική ή αποϊδρυματοποιημένη γλώσσα
ιδρυματικός ασθενής: έμφαση στον τόπο (και τον συνεπαγόμενο τρόπο) διαβίωσης του, χωρίς αμφισβήτηση της έννοιας του «ασθενούς»
ιδρυματικός/ψυχιατρικός έγκλειστος: έμφαση στα πολιτικά χαρακτηριστικά της αναγκαστικής παραμονής του προσώπου στο ψυχιατρικό ίδρυμα, δεν συζητιέται ο λόγος του εγκλεισμού («ασθένεια»), αλλά μόνο η πολιτική πραγματικότητά του.
Κατά τα άλλα η γλώσσα που υιοθετείται ταυτίζεται με την ιδρυματική ή ιατρική γλώσσα.

Το νοητικό κατασκεύασμα-αποκύημα αυτής της γλώσσας είναι:

Ο αδύναμος, ανίκανος και αδικημένος, παθητικά υπομένων άνθρωπος, ο οποίος έχει χτυπηθεί από την εν λόγω νόσο, γίνεται αντικείμενο απάνθρωπης μεταχείρισης και κακοποίησης σε ανθρωπιστικά απαράδεκτους χώρους, στους οποίους παραμένει άδικα και παρά τη θέλησή του έγκλειστος. Το θέμα που ανακινείται είναι κυρίως πολιτικό και άπτεται της παραβίασης βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

γ) Μη ιδρυματική γλώσσα

χρήστης (user) υπηρεσιών ψυχικής υγείας
πρόσωπο με ψυχωσική ή/και ψυχιατρική εμπειρία (γερμ. psychose- , psychiatrie-erfahrene Person)
(άμεσα) ενδιαφερόμενο πρόσωπο (γερμ. Betroffene)
κρίση ζωής (αγγλ. Life-crisis, γερμ. Lebenskrise)
ακραία ψυχική εμπειρία
αυτοδιάθεση, αυτοβοήθεια

Το νοητικό κατασκεύασμα-αποκύημα αυτής της γλώσσας είναι:

Υπάρχουν άνθρωποι που στη ζωή τους βιώνουν ασυνήθιστες για τους περισσότερους ανθρώπους, ακραίες ψυχικές εμπειρίες, που σχετίζονται ή ταυτίζονται με κρίσεις ζωής που περνούν. Στη διαδικασία αυτή χρειάζεται πολλές φορές να χρησιμοποιήσουν υπάρχουσες ψυχιατρικές ή παρόμοιων ονομασιών υπηρεσίες, οι οποίες στελεχώνονται από πρόσωπα που, αντίθετα με τους χρήστες των υπηρεσιών, δεν είναι άμεσα εμπλεγμένα με αντίστοιχες εμπειρίες. Μια άλλη δυνατότητα να διαχειριστεί το άμεσα ενδιαφερόμενο πρόσωπο την κρίση ζωής στην οποία βρίσκεται είναι διαδικασίες αυτοβοήθειας, στις οποίες αναγνωρίζεται ως κεντρικό και αποτελεσματικό το δικαίωμα και η πράξη της αυτοδιάθεσης των άμεσα ενδιαφερόμενων.

δ) Οι «Δούρειοι Ίπποι»: ιατρικά χρησιμοποιούμενες λέξεις, που ενέχουν την μη-ιατρική πληροφορία

κρίση = περίοδος, συνθήκη, στην οποία κάτι κρίνεται, αξιολογείται, αποφασίζεται
ψύχωση = ψυχική ώση, (εξ-)ώθηση (όρος που χρησιμοποιείται και σε σχέση με τον τοκετό)
σχιζοφρένεια = συνθήκη, κατάσταση, στην οποία «σχίζονται», διχάζονται, διπλασιάζονται οι «φρένες», ο λογικός νούς, οι ανασταλτικοί της κίνησης μηχανισμοί (εξ ού και η λέξη φρένα για τα οχήματα) του ανθρώπου = η κατάσταση κατά την οποία δι(πολλα)πλασιάζονται οι πληροφορίες, επιταχύνεται η κίνηση.
Άσυλο = χώρος προστασίας, μη προσβάσιμος σε κοινωνικούς θεσμούς ή/και αντίστοιχες κοινωνικές πιέσεις.


Ένα δυνητικό νοητικό κατασκεύασμα της άλλης όψης αυτής της γλώσσας είναι:
Η τρέλα είναι μια περίοδος προσωπικών υπαρξιακών ταραχών, όπου κυριαρχεί ο διχασμός του νου, η επιτάχυνση των συνηθισμένων ρυθμών σκέψης και ενσυναίσθησης, ο πολλαπλασιασμός της προσλαμβανόμενης πληροφορίας. Είναι μια μορφή με την οποία κρίνονται εκ νέου, αξιολογούνται βαθύτερες ανάγκες ή βιώματα του προσώπου που τη βιώνει, ώστε να οδηγηθεί σε νέες αποφάσεις σε σχέση με τον εαυτό και τη ζωή του. Η βιωματική πραγματικότητα της τρέλας μοιάζει συχνά με μια ανεξέλεγκτη ώθηση προς τα μπρος, προς κάτι νέο, προς έναν επώδυνο τοκετό, μια νέα γέννα του παλιού εαυτού. Σ’ αυτήν ακριβώς τη φάση αυτό που χρειάζεται το πρόσωπο που βιώνει την εμπειρία αυτή είναι μια μορφή απόλυτης προστασίας από κοινωνικές ή πολιτικές πιέσεις και παρεμβάσεις, έναν χώρο απαραβίαστου ασύλου, με την πιο κυριολεκτική έννοια της λέξης.




4.2. Οι θεσμοί

Σε μια εφαρμογή της παραπάνω φιλοσοφίας και προσέγγισης θα καταλήγαμε ουσιαστικά σε τρία βασικά σχήματα διαπραγμάτευσης της κοινωνίας με την εμπειρία της τρέλας στη μορφή της οξείας κρίσης.
Το ένα θα ήταν χώροι ανθρώπινης συνοδείας της κρίσης και ενδεχομένως προστασίας των εν κρίσει υποκειμένων[5], σύμφωνα με τις από τα ίδια αρθρούμενες ανάγκες τους, με βασικό μέλημα τη μη χρονιοποίηση.
Το δεύτερο η υποστήριξη ομάδων αυτοβοήθειας με αλληλοϋποστηρικτικό και ενίοτε ακτιβιστικό χαρακτήρα, με τις οποίες θα δικτυωνόταν ο άμεσα ενδιαφερόμενος κατά τη διάρκεια ή μετά την αποκλιμάκωση της κρίσης του, για να επεξεργαστεί σε κλίμα ισοτιμίας και ασφάλειας το βίωμα και τις προοπτικές συνέχισης της κοινωνικής του ζωής μετά απ’ αυτήν. Η χρήση από τον κάθε άμεσα ενδιαφερόμενο άλλων διαθέσιμων υπηρεσιών (ψυχοθεραπευτικού ή κοινωνικοθεραπευτικού χαρακτήρα) θα παρέμενε ανοιχτή ως μια δυνατότητα ανάμεσα σε άλλες, για όποιον απ’ αυτούς θα έκρινε ότι κάποια προσέγγιση του ταιριάζει υποκειμενικά, την οποία θα είχε το δικαίωμα –και σε καμιά περίπτωση την υποχρέωση – να την «αγοράσει» μέσα από τα ταμεία υγείας του.
Ένα τρίτο πεδίο δράσης θα αποτελούσε η εγκαθίδρυση και ενδυνάμωση θεσμών προστασίας δικαιωμάτων των ανθρώπων με ακραίες ψυχικές εμπειρίες[6], στα πλαίσια της σταδιακής αποδόμησης (απορύθμισης) του κλασικού ιατρικού παραδείγματος.
Ένα άλλο κεφάλαιο αποτελεί ο χώρος της αντιμετώπισης τής από το κλασικό και μεταρρυθμιστικό ψυχιατρικό παράδειγμα συστηματικά κατασκευασμένης χρονιότητας, η οποία αποτελεί και το αντικείμενο παρέμβασης προγραμμάτων αποϊδρυματοποίησης.[7] Δεδομένου του κοινωνικού ξεριζωμού που έχουν ήδη υποστεί επιπλέον της υπαρξιακής τους αλλοτρίωσης οι χρονιοποιημένοι έγκλειστοι ψυχιατρείων και οικοτροφείων, στεγαστικά και εργασιακά προγράμματα αποκατάστασης θα καταλάμβαναν εδώ ένα μεγαλύτερο χώρο. Βασική όμως προϋπόθεση για να μην επαναληφθεί η ασυλική λογική θα ήταν και εδώ η ίδια φιλοσοφία, που οφείλει να διαπνέει και τις υπόλοιπες προθέσεις ανάμιξης ψυχοκοινωνικών λειτουργών στην εμπειρία της τρέλας, όπως αυτή σκιαγραφήθηκε στην προηγούμενη παράγραφο.


4.3. Οι ρόλοι –επαγγελματίες σε τι;

Η παραπάνω φιλοσοφία – προσέγγιση προϋποθέτει μια σαφή απένδυση του επαγγελματία ψυχικής υγείας από τον παραδοσιακό του ρόλο. Αυτός ο ρόλος χαρακτηρίζεται από προνοιακότητα και την πεποίθηση ότι οι ψυχιατρικοί έγκλειστοι ή χρήστες άλλων υπηρεσιών υγείας δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν από μόνοι τους την εμπειρία της τρέλας, αλλά και της συχνά άδικης και κακής κοινωνικής αντιμετώπισης που αυτή συνεπιφέρει, και πρέπει κάποιος άλλος να το κάνει γι’ αυτούς. Αυτός ο άλλος είναι ο ειδικός ή επαγγελματίας ψυχικής υγείας: είναι αυτός που θα ορίσει ως αναγκαιότητα και τέλος θα επιβάλει είτε φαρμακοθεραπεία, είτε άλλες μορφές θεραπείας, θα «διαγνώσει» , δηλ. θα ετικεττάρει επιστημονικοφανώς το βίωμα του άλλου ανθρώπου, θα κάνει πρόγνωση περιγράφοντας προκαταβολικά τη ζωή του, στις πιο «προοδευτικές» εκφάνσεις του θα «διδάξει» στους άμεσα ενδιαφερόμενους τη ζωή και το βίωμά τους (βλ. σύγχρονα προγράμματα ψυχοεκπαίδευσης).
Η προτεινόμενη προσέγγιση προσκαλεί σε μια απομάκρυνση από τον παραδοσιακό τρόπο να είναι κανείς ειδικός. Παρόλ’ αυτά παραμένουμε με κάποιον τρόπο επαγγελματίες, με την έννοια ότι δεν καταργούμαστε προς το παρόν ως κλάδοι, αντλούμε τα προς το ζην από την παραμονή μας 8 ώρες την ημέρα στους χώρους αυτούς και έχουμε κάποια μορφή γνώσης, που δεν είναι πάντα αυτονόητα κατανοητή και προσβάσιμη στους λεγόμενους «μη ειδικούς». Κατά κάποιον τρόπο παραμένουμε εκ των πραγμάτων με ένα συγκεκριμένο επαγγελματικό στάτους ειδικού.
Ειδικοί σε τι; Επαγγελματίες σε τι; Είναι τα ερωτήματα που καλούμαστε να απαντήσουμε, για να σκιαγραφήσουμε τον «άλλο» ρόλο.
Είμαστε και παραμένουμε λοιπόν ειδικοί, με την έννοια του ανθρώπου του εκπαιδευμένου και έμπειρου σε ασυνήθιστες δεξιότητες:
ειδικοί στην αλληλέγγυα και ενεργητική ακρόαση
ειδικοί στην αποδοχή και κατανόηση ασυνήθιστων ψυχικών εμπειριών
ειδικοί στην αντίσταση ενάντια σε κοινωνικά στερεοτυπικές προκαταλήψεις
ειδικοί στα φάρμακα (για τους γιατρούς), άρα και ειδικοί στο να ενημερώνουμε λεπτομερώς και κριτικά ανθρώπους πάνω σ’ αυτά, και να τους στηρίζουμε ή να τους συνοδεύουμε συστηματικά στη σταδιακή απεξάρτησή τους από αυτά.
Ειδικοί σε μια γλώσσα, που είναι κατανοητή και θεωρείται βαρύνουσα από τους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς ενός κράτους, που θέλει να ελέγχει την τρέλα: άρα και κατάλληλοι για διερμηνείς ή εκπρόσωποι συμφερόντων (όχι όμως ανθρώπων).
Ειδικοί στην πρόσβαση σε χώρους, οπτικοακουστικά μέσα, ενίοτε δε και σε οικονομικούς πόρους.
Μ’ όλα τα παραπάνω εφόδια, που η κλασική ψυχοκοινωνική εκπαίδευσή μας μάς έδωσε, μπορούμε πράγματι να βοηθήσουμε συνανθρώπους μας σε κρίση, που κατέφυγαν σε ψυχιατρικούς θεσμούς, γινόμενοι τα αυτιά, το στόμα και το χέρι τους στη διαδικασία ανοίγματος θυρών, οι οποίες μπορούν να ανταποκριθούν στις προσωπικές τους ανάγκες.



5. Προς μια αλλαγή παραδείγματος;

Οι σκέψεις προς συζήτηση που κατατέθηκαν στο παρόν κείμενο συνιστούν μια πρόταση για αποτίναξη από τους ψυχοκοινωνικούς λειτουργούς μιας ιδεολογικής και επαγγελματικής πανοπλίας, που αν και δεν τους αφήνει κατουσίαν να αναπνεύσουν και να αναπτυχθούν, πολύ δε περισσότερο να φανούν οι ίδιοι ως κριτικά σκεπτόμενα πρόσωπα, μοιάζει να τους προστατεύει επιφανειακά από άμεσα χτυπήματα ή δυσκολίες, που πολλοί φοβούνται να αντιμετωπίσουν ίσως βραχυπρόθεσμα κατά το προχώρημά τους σε μια προσωπική υπαρξιακή αυθεντικότητα. Το κύριο στήριγμα για τη διατήρηση μιας τέτοιας πανοπλίας είναι η ιδεολογία του αναπόφευκτου της αποτυχίας, ένας θεωρητικοποιημένος πεσσιμισμός, καλά εδραιωμένος σε επιστημονικοφανή ιδεολογήματα γύρω από το βιολογικό και γονιδιακό προσδιορισμό μιας «νόσου». Η ταυτολογική οργάνωση του θεωρητικού αυτού συστήματος θυμίζει οργανωμένο έγκλημα, βασισμένο στην εκπαίδευση ανθρώπων στην απόλυτη αβοηθησία μέσα από φαύλα τυφλά διλήμματα, στα οποία η έκβαση είναι πάντα η αποτυχία-τιμωρία και η συνέπεια ο ψυχικός και φυσικός αφανισμός. Η απόσυρση του ψυχοκοινωνικού λειτουργού απ’ αυτό το παράδειγμα συνεπιφέρει αυτόματα γι’ αυτόν την απώλεια μιας εξουσίας, η οποία -όσο φαύλη και να είναι- προσφέρει μια κοινωνικά αναγνωρισμένη ασφάλεια απέναντι στον κατασκευασμένο φόβο προς την τρέλα. Κεντρικό ερώτημα στη διαδικασία μιας ενδεχόμενης μετατόπισης είναι το ερώτημα του κινήτρου και στόχου του λειτουργού –επαγγελματία. Γιατί να απομακρυνθεί κανείς από τα σίγουρα, τα πεπατημένα, τα ασφαλή, δεν αρκεί ένας εξανθρωπισμός του ρόλου;
Για πολλούς από μας ναι. Για τους περισσότερους όμως μοιάζει να συντελείται στα πλαίσια του κυρίαρχου παραδείγματος μια –συχνά άρρητη - προσωπική ηθική καταρράκωση, συχνά με σωματικές εκφάνσεις, η οποία οδηγεί αναπόφευκτα σε μια αγωνία για αλλαγές, αν και δεν υπάρχει μερικές φορές ακόμα κανένα συγκεκριμένο όραμα.
Το να περισώσουμε μια στοιχειώδη επαγγελματική αξιοπρέπεια είναι ένα κίνητρο για να αναμιχθούμε σε διεργασίες μετασχηματισμών συνειδήσεων και κοινωνικών μορφών. Πιο ριζική μου φαίνεται όμως η συνειδητοποίηση από την πλευρά μας ότι: αυτό που συμβαίνει όταν ένας άνθρωπος πέφτει στα δίχτυα του ψυχοκοινωνικού συστήματος, βιώνοντας και ανακοινώνοντας μια ασυνήθιστη ψυχική εμπειρία, δεν είναι κάτι που αφορά μόνο κάποιους άλλους. Κάθε στιγμή μπορεί ο καθένας από μας, ο γονιός ή το παιδί μας, να βρίσκεται στην απέναντι όχθη, να είναι αυτός που δένεται, απομονώνεται, εγκαταλείπεται στην οξύτερη φάση του πόνου του, δεν παίρνεται στα σοβαρά, κακοποιείται, γελοιοποιείται, ψυχο-φαρμακώνεται, εξοντώνεται πολιτικά, κοινωνικά και υπαρξιακά. Ποιος είναι, πότε, πού, δεν είναι κάτι που το ορίζουμε ατομικά. Μέσα απ’ αυτή την οπτική γωνία το πρόβλημα της ψυχιατρικής παύει να είναι απλά ιδεολογικό, φωτίζεται με έναν εντελώς νέο, βιωματικό τρόπο που το κάνει πραγματικό, προσωπικό και φλέγον για τον καθένα, και ως εκ τούτου η εξεύρεση ενός αρμόζοντος συστήματος συνάντησης μαζί του αποτελεί κριτήριο ανθρωπιάς και πολιτισμού για όλους μας. Αυτό το όριο είναι βιωματικά δύσκολο να το αγνοήσει, πολύ δε περισσότερο να το θεωρητικοποιήσει και έτσι, κάνοντάς ανώδυνο, να το υπερβεί κανείς. Εκεί βρίσκεται κατά τη γνώμη μου και η αυθεντική του δύναμη.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ellebracht, H., Vieten, B. (1993): Systemische Ansätze im psychiatrischen Alltag. Dortmund (Modernes Lernen).
Fischer, H.-R., Retzer, A., Schweitzer, J. (1992): Das Ende der großen Entwürfe. Frankfurt a. Main (Suhrkamp).
Foerster, H.v. (1981): Das Konstruieren einer Wirklichkeit.
Στο: Watzlawick, P.(Hg), 39-60.
Foerster, H.v.(1988): Abbau und Aufbau.
Στο: Simon F.B. (Hrsg): Lebende Systeme. Berlin-Heidelberg-New York (Springer).
Goolishianm H.A., Anderson, H. (1987): Language system and therapy: an evolving idea. Psychotherapy 24 , 529-538.
Grossman, K.P. (2003): Der Fluß des Erzählens, Narrative Formen der Therapie. Heidelberg (Carl-Auer Verlag).
Jaynes, J. (1988): Der Ursprung des Bewußtseins durch den Zusammenbruch der Bikameralen Psyche. Reinbek (Rowohlt).
Lenz,G., Osterhold, G., Ellebracht, H. (1995) : Erstarrte Beziehung – heilendes Chaos. Freiburg (Herder).
Maturana & Varela (1987): Der Baum der Erkenntnis. München (Scherz).
Retzer (1994): Familie und Psychose. Stuttgart (G. Fischer).
Retzer (2002): Passagen-Systemische Erkundungen. Stuttgart (Klett-Cotta).
Schlippe, A.v., Schweitzer, J.(1996): Systemische Therapie und Beratung. Göttingen-Zürich (Vandenhoeck & Ruprecht).
Schweitzer, J., Retzer, A., Fischer, H.-R. (1992): Systemische Praxis und Postmoderne. Frankfurt a. Main (Suhrkamp).
Schweitzer,J., Schumacher, B. (1995): Die unendliche und endliche Psychiatrie. Heidelberg (Karl-Auer).
Stierlin, H. (1990): Zwischen Sprachwagnis und Sprachwirrnis.
Στο: Familiendynamik 15 (3), 266-275.
White, M. Epston, D.(1990): Die Zähmung des Monsters. Literarische Mittel zu therapeutischen Zwecken.
Heidelberg (Auer Systeme).
[1] Μετασχόλιο στο συνέδριο των Τετραδίων Ψυχιατρικής 15-17.12.2004
[2] Ενδεικτικές εξειδικευμένες μελέτες στην εφαρμογή αυτής της ιδέας βλ. Ellebracht et al., 1993; Brunner und Lenz, 1993;Lenz et al., 1995 κ.α.
[3] Σχετικά με την κονστρουκτιβιστική δύναμη του νου βλ. ενδεικτικά: von Foerster, 1981, 1988, Maturana & Varela, 1987, Jaynes,1988, Stierlin, 1990, Retzer, 1994,2002. Σχετικά με την κονστρουκτιβιστική διάσταση της γλώσσαςμεταξύ άλλων Goolishian & Anderson, 1987, Grossman, 2003, White & Epston 1990.
[4] Το πέρασμα από την αντιίδρυματική στην μη-ιδρυματική γλώσσα συμβαδίζει φιλοσοφικά με το πέρασμα από το Μοντέρνο στο Μεταμοντέρνο, με την έννοια της μετάβασης από τη συναισθηματικά φορτισμένη έμφαση στο Πολιτικό μαρξιστικού τύπου, στη νηφάλια αλλά βαρύνουσα αποδοχή της υπαρξιακής ισοτιμίας πολύ διαφορετικών μεταξύ τους μορφών ζωής, ύπαρξης και δράσης, και τον αποχωρισμό από τις μεγάλες ιδεολογικές κατασκευές (βλ. Fischer et al., 1992, Schweitzer et al.,1992)
[5] Στη διεθνή εμπειρία έχουν δημιουργηθεί πολυάριθμοι ανάλογοι χώροι διαφόρων μορφών και κλιμακώσεων στη θεσμοποίησή τους, τους οποίους επιφυλασσόμαστε να παρουσιάσουμε σε μελλοντικά κείμενα, αν δοθεί η ευκαιρία. Ενδεικτικά αναφέρονται εδώ επαγγελματικά προγράμματα τύπου Σωτηρία (Soteria) στην Ευρώπη και την Αμερική, το ιταλικό μοντέλο της ολιγοήμερης αντιμετώπισης οξέων κρίσεων σε μικρές μονάδες Κέντρων Ψυχικής Υγείας, πρωτοβουλίες αυτοβοήθειας τύπου Wind Horse στη Σκανδιναβία, μεικτές συνεργασίες όπως τα Σπίτια - Καταφύγια (Weglaufhäuser) στη Γερμανία και την Ολλανδία ή ανοιχτές παρεμβάσεις επί τόπου στήριξης της οικογένειας και του εν κρίσει υποκειμένου από κινητές επαγγελματικές μονάδες στη Φινλανδία (μοντέλο ομάδας Seikula).
[6] Η ψυχιατρική διαθήκη (Psychiatrietestament), ο συνήγορος του ασθενούς στα Ψυχιατρεία στη Γερμανία και τη Σκανδιναβία, το δικαίωμα ελέγχου από τον άμεσα ενδιαφερόμενο των ιατρικών του φακέλων, η υποχρέωση των γιατρών να ενημερώνουν λεπτομερώς για τους κινδύνους ψυχοφαρμακευτικών παρασκευασμάτων και να σεβαστούν ενδεχόμενη άρνηση του ασθενούς τους να τα πάρει, απαγόρευση ηλεκτροσόκ, καθηλώσεων και απομόνωσης, είναι μερικά από τα βασικά σημεία ενός τέτοιου πεδίου, τα οποία υπάρχει η πρόθεση να παρουσιαστούν σε μεταγενέστερα κείμενα.
[7] Για την θεσμικά κατασκευασμένη έννοια της χρονιότητας βλ. μεταξύ άλλων Schweitzer, J., Schumacher, B. (1995).

Πώς μπορώ να συνεισφέρω ως ευσυνείδητος επαγγελματίας ψυχικής υγείας στην οριστική χρονιοποίηση των πελατών μου;

‘Αννα Εμμανουηλίδου, Ψυχολόγος

ένα πείραμα επανεξέτασης των "επαγγελματικών αυτονόητων" στο ψυχοκοινωνικό παιχνίδι σε μια πορεία αυτοβοήθειας των επαγγελματιών ψυχικής υγείας


Εισαγωγή

΄Οταν ξεκινά κανείς να συζητήσει θέματα, που άπτονται διαπροσωπικών σχέσεων, όπως της σχέσης του επαγγελματία ψυχικής υγείας με τον πελάτη του, πρέπει να είναι σε όλους ξεκάθαρο ότι σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν μπορεί να είναι η ποιότητα της σχέσης, που τίθεται σε κριτική ή σε αξιολόγηση. Η διαπροσωπική σχέση αποτελεί έναν αυστηρά προσωπικό χωροχρόνο των μελών της, τον οποίο μόνο αυτά μπορούν να σχολιάσουν και να ορίσουν.
Αυτό όμως, που είναι σημαντικό και ενδιαφέρον σε μια διαδικασία προβληματισμού και ενδεχομένως αξιολόγησης, είναι η αφαιρετική παρατήρηση και ανάλυση συγκεκριμένων τάσεων συμπεριφοράς. Σ’ αυτήν την εργασία συζητιούνται ορισμένες τέτοιες τάσεις συμπεριφοράς, που παρατηρούνται ιδιαίτερα συχνά σε δομές που δουλεύουν με λεγ. ψυχικά πάσχοντα[1] πρόσωπα και δυσχεραίνουν την επαφή μαζί τους και την επίτευξη (κοινών) θεραπευτικών ή άλλων στόχων. Ταυτόχρονα όμως επιβαρύνουν ψυχικά σε μεγάλο βαθμό και τους ίδιους τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, καθώς τους φέρνουν αντιμέτωπους με καταστάσεις ή αισθήματα „αποτυχίας“, ματαίωσης και στην πορεία απώλειας ενδιαφέροντος για την δουλειά τους.
Στόχος μιας τέτοιας αναλυτικής παρατήρησης είναι η προσφορά ερεθισμάτων για μια πιθανή επανεξέταση ή τροποποίηση των επαγγελματικών αυτονόητων στη δουλειά με ψυχικά πάσχοντες, που θα μπορούσε να λειτουργήσει πιο αποτελεσματικά και ενδεχομένως ανακουφιστικά και για τις δύο πλευρές της σχέσης.
Πίσω από ένα τέτοιο εγχείρημα βρίσκεται η άποψη ότι ο τρόπος αντίληψης, συνύπαρξης, επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης στην καθημερινή επαφή των ανθρώπων μεταξύ τους μπορεί - παρά την αναμφισβήτητα αποφασιστική επίδραση που δέχεται από το σύστημα-πλαίσιο στο οποίο λαμβάνει χώρα - να κερδίσει σε κάποιον βαθμό μια ανεξαρτησία από αυτό και ως τέτοιο να επιφέρει άμεσες ή μεσοπρόθεσμες αλλαγές στο ίδιο το πλαίσιο. Το θεωρητικό υπόβαθρο του προβληματισμού αυτού στηρίζεται στις κονστρουκτιβιστικές επιρροές της συστημικής θεωρίας και πράξης.

Σ’ αυτό το άρθρο θα παρουσιαστούν καταρχήν μια σειρά από θέσεις, που αποτελούν παγιωμένες αντιλήψεις των εργαζομένων σε ψυχοκοινωνικές δομές σχετικά με τα λεγ. ψυχικά πάσχοντα πρόσωπα και στις οποίες δίνουμε το όνομα “επαγγελματικά αυτονόητα προς επανεξέταση“. Αυτές οι θέσεις απομονώθηκαν σε μια διαδικασία κοινής διερεύνησης του θέματος με πελάτες ψυχιατρικών δομών (κατοίκους προστατευόμενων διαμερισμάτων για ψυχικά πάσχοντες) στην Γερμανία και θεωρήθηκαν από τους ανθρώπους αυτούς ως οι πιο αντιιροσωπευτικές για τον τρόπο αλληλεπίδρασής τους με τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας και ως προβληματικές για την επίτευξη χειραφετητικών θεραπευτικών στόχων.
Παρατίθενται εδώ με τον όρο „τάσεις“, γιατί πράγματι μπορούν να διαφέρουν στις διαβαθμίσεις ή τις λεπτομέρειές τους σημαντικά ανάλογα με το εκάστοτε πλαίσιο, διατηρούν όμως παρόλ’ αυτά ως προς τις συνέπειές τους τις ομοιότητες αυτές, που χρωματίζουν αποφασιστικά και σε μεγάλη έκταση την επαγγελματική πρακτική - όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και όλες τις δυτικές χώρες, που βρίσκονται τα τελευταία χρόνια σε μια έντονη διαδικασία επαγγελματικοποίησης του ψυχοκοινωνικών χώρου και των λειτουργών του, χωρίς να έχουν κατορθώσει ακόμα να χειραφετηθούν από παλαιότερες πατερναλιστικές και φιλανθρωπίστικες επιρροές.
Αυτές οι θέσεις-τάσεις και οι συνέπειές τους είναι εδώ επίτηδες ακραία διατυπωμένες, ώστε να έρθει στην επιφάνεια και να τονιστεί το μήνυμα που μεταβιβάζεται μέσα απ’ αυτές. Στη θέση τους θα μπορούσαν να συζητηθούν ενδεχομένως άλλες - ή και άλλες - αντιλήψεις, που στην καθημερινή πρακτική θα αναγνωριστούν από τους εκάστοτε ενδιαφερόμενους επαγγελματίες ως καθοριστικές για τον τρόπο συνύπαρξης και δουλειάς με τους πελάτες τους.
Επειδή πρόθεση αυτής της εργασίας είναι να προσκαλέσει τον αναγνώστη σε ένα παιχνίδι πειραματικής σκέψης με τον ίδιο του τον εαυτό, αντιστρέφεται στη συνέχεια του κειμένου επίτηδες -για τις ανάγκες του παιχνιδιού – η κάθε θέση και αναζητούνται καθαρά λογικά οι συνέπειες αυτής της αντιστροφής.
Ο στόχος αυτού του παιχνιδιού θα έχει επιτευχθεί μόνο όταν στην πορεία του άρθρου ο αναγνώστης θα πιάσει τον εαυτό του να χαμογελά.


Ι. Τα „Επαγγελματικά Αυτονόητα“

Τάση 1: Ψυχικά πάσχοντα πρόσωπα δεν είναι σε θέση να αντέξουν συναισθηματικές επιβαρύνσεις κάθε είδους. Έντονες συγκινήσεις, ενθουσιασμός ή „υπερβολική αισιοδοξία“ απειλούν σοβαρά την ευαίσθητη ισορροπία τους.

Συνέπεια για την πράξη 1: Η μετριοπάθεια - ή μετριότητα - στην καθημερινή ζωή είναι ο πιο σίγουρος δρόμος για την ψυχική „σταθεροποίησή“ τους - ή αλλιώς διατυπωμένο: η ποθούμενη σταθεροποίησή τους μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από τον χρυσό κανόνα του μέτρου-μετριότητας. Μια μικρή δόση κατάθλιψης πρέπει απαραίτητα να παραμείνει σε πείσμα κάθε επιτυχημένης θεραπείας - αν δεν γίνεται αλλιώς, μέσω μιας αυξημένης δόσης ψυχοφαρμάκων. (Ερώτηση κρίσεως: Τι κάνει σ’ αυτήν την περίπτωση κάποιος, που δεν έλκεται ιδιαίτερα από μια τέτοια „μετρημένη“ ζωή;)

Συνέπεια για την πράξη 2: ο επαγγελματίας ψυχικής υγείας ως πρόσωπο αναφοράς των εν λόγω ψυχικά πασχόντων ατόμων είναι υποχρεωμένος να προφυλάσσει τους πελάτες του από „υπερβολές“ και να κρατά τις συναισθηματικές εξάρσεις τους „υπό έλεγχο“.

Τάση 2: Ψυχικά πάσχοντα άτομα είναι κατά βάση απρόβλεπτα. Οποιαδήποτε μη αναμενόμενη εξέλιξη στον τομέα της θεραπείας ή αποκατάστασής τους ή στην προσωπική τους ζωή οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι είναι ψυχικά άρρωστα - και ως εκ τούτου απρόβλεπρα - και όχι σε παράγοντες όπως π.χ. ο τρόπος δράσης των επαγγελματιών, της οικογένειας, άλλων προσώπων ή συστημάτων κλπ.

Συνέπεια για την πράξη 1: δεν μπορεί κανείς να είναι ποτέ σίγουρος για την εικόνα που δίνει ένας ψυχικά πάσχων σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, κυρίως όταν αυτή η εικόνα δεν ανταποκρίνεται στην κλινικά αναμενόμενη.

Συνέπεια για την πράξη 2: Δεν χρειάζεται να ερευνηθούν πιθανές αιτίες μιας μη αναμενόμενης εξέλιξης στο ίδιο το σύστημα υγείας ή στη διαπροσωπική σχέση του πελάτη με τον επαγγελματία ή σε άλλες διαπροσωπικές-διασυστημικές δυναμικές και να επιχειρηθούν αλλαγές, εφόσον η αιτία είναι γνωστή και σαφής: η „αρρώστεια“.

Τάση 3: Οι περισσότεροι ψυχικά πάσχοντες είναι ανίκανοι για μια ολοκληρωμένη κοινωνική επανένταξη, πράγμα που οφείλεται - επίσης - στην ίδια τους την ασθένεια.

Συνέπεια για την πράξη: Η αποτυχία μιας διαδικασίας κοινωνικής (επαν)ένταξης οφείλεται στην ανικανότητα των πελατών και όχι στο σύστημα επανένταξης. Επομένως δεν είναι ανάγκη να αναζητηθούν άλλες αιτίες ή εναλλακτικές λύσεις σε διασυστημικό επίπεδο.

Τάση 4: Οι ψυχικά πάσχοντες είναι άρρωστοι, δηλαδή άτομα χρήζοντα βοηθείας.
Συνέπεια για την πράξη 1: Ως εκ τούτου δεν γίνεται να περιμένει κανείς απ’ αυτούς πρωτοβουλίες και λογικές προτάσεις σε περιπτώσεις λύσης προβλημάτων. Αν μπορούσαν κάτι τέτοιο, δεν θα χρειάζονταν βοήθεια και δεν θα ήταν άρρωστοι. Σ’ αυτήν την ιδέα συνηγορεί επίσης το αναμφισβήτητο γεγονός ότι δεν αντέχουν επιβαρύνσεις (βλ. τάση 1) επομένως δεν είναι θεραπευτικά σωστό να πιεστούν συναισθηματικά και πνευματικά στο να βρούν λύσεις και ότι είναι απρόβλεπτοι (βλ. Τάση 2), επομένως δεν μπορεί κανείς να στηριχθεί στην σταθερότητα και φερεγγυότητα των όποιων προτάσεών τους).

Συνέπεια για την πράξη 2: Οι ψυχικά πάσχοντες δεν ερωτούνται για την γνώμη τους σε περιπτώσεις λύσεων σοβαρών προβλημάτων της ζωής τους. Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας είναι αρμόδιοι να σκεφτούν, να βρούν λύσεις και να τις προτείνουν στους πελάτες τους, συχνά δε και να τις επιβάλλουν.

Τάση 5: Εφόσον κάποιος δεν μπορεί να δράσει ισότιμα (δές τάση 4), δεν δικαιούται και να αντιμετωπίζεται ως ισότιμος συνομιλητής με την ευρύτερη έννοια. Για την προστασία που προσφέρει το (νοσοκομειακό ή εξωνοσοκομεικακό) ψυχοκοινωνικό πλαίσιο στον ψυχικά πάσχοντα, θα πρέπει εκείνος να συμμορφωθεί με τους δεδομένους κανόνες του, χωρίς δικαίωμα ατομικής διαπραγμάτευσης αυτών των κανόνων.

Συνέπεια: Εάν αυτό δεν τηρηθεί, ακολουθούνται τακτικές συμμόρφωσης-σωφρονισμού, όπως π.χ. επιστροφή από ένα εξωτερικό διαμέρισμα στο νοσοκομειακό πλαίσιο, στέρηση εξόδων, δέσιμο κλπ.,- πάντα βεβαίως με κλινική αιτιολόγηση.

Ας επιχειρήσουμε τώρα, σ’ ένα αυθαίρετο παιχνίδι εντυπώσεων, να αντιστρέψουμε κατά κάποιον τρόπο την παραπάνω εικόνα, αν ισχυριστούμε απλά το αντίθετο και να παρατηρήσουμε προσεκτικά τα νέα δεδομένα που θα προκύψουν. Ας πούμε λοιπόν ότι:

1. Οι ψυχικά πάσχοντες μπορούν να αντέξουν συναισθηματικές και άλλες επιβαρύνσεις. Το ποιες και κατά πόσο εξαρτάται πάντα από το συγκεκριμένο άτομο, καθώς και από το πώς ορίζεται κάθε φορά η έννοια της „επιβάρυνσης“.

Συνέπεια για την πράξη: Ο μόνος που μπορεί να ορίσει την έννοια της συναισθηματικής επιβάρυνσης κάθε φορά είναι ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος για τον εαυτό του (ποιος μας λέει π.χ. ότι δυνατές συγκινήσεις είναι πιο επιβαρυντικές για τον πελάτη μας, από ότι μια „μέτρια“, ή μετρημένη ζωή;).

2. Ψυχικά πάσχοντα άτομα μπορούν να είναι ψυχικά σταθεροποιημένα σε κατάσταση ενθουσιασμού ή δυνατής συγκίνησης, όπως ακριβώς και όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι.

Συνέπεια για την πράξη: Η μετριότητα και ο εξωτερικός έλεγχος δεν είναι ο μοναδικός δρόμος προς την ψυχική σταθεροποίηση -σταθερότητα. Ο επαγγελματίας δεν χρειάζεται να επαγρυπνεί για να προλάβει ή να αποκρούσει συναισθητικές εξάρσεις των πελατών του και μπορεί να αξιοποιήσει τον χρόνο και την ενέργειά του σε άλλα, ίσως δημιουργικότερα πεδία.

3. Ψυχικά πάσχοντα άτομα είναι ακριβώς τόσο προβλέψιμα, εξηγήσιμα και ικανά για μια κοινωνική ένταξη, όσο και „μη πάσχοντα“ άτομα, δηλαδή: κατά κανόνα λίγο (και πάντως σε διαφορετικό βαθμό από πρόσωπο σε πρόσωπο).

Συνέπεια: Όταν προκύπτει μια μη αναμενόμενη εξέλιξη, πρέπει κανείς να ερευνήσει την συγκεκριμένη κατάσταση ή δομικά στοιχεία του συστήματος υπό το οποίο συνέβη το γεγονός, και ενδεχομένως να παρέμβει στο συγκεκριμένο διαπροσωπικό ή συστημικό πλαίσιο.

4. Αν οι ψυχικά πάσχοντες δεν είναι ιδιαίτερα απρόβλεπτοι ή ανίκανοι για επιβαρύνσεις μπορούν να έχουν και μια αξιόπιστη γνώμη για διάφορα θέματα, ειδικά τέτοια που τους αφορούν προσωπικά, καθώς διαθέτουν τις περισσότερες και τις αυθεντικότερες πληροφορίες πάνω στο πρόβλημα, τους ίδιους και τους στόχους τους. Μ’ αυτήν την έννοια (Συνέπεια:) είναι από την μια πλευρά φυσικό και από την άλλη πολύ πιο οικονομικό για τον επαγγελματία ψυχικής υγείας, να τους ρωτήσει απευθείας για την απόψεις τους, αντί να προσπαθεί σε ένα παιχνίδι ντετεκτιβισμού και αβέβαιου πατερναλισμού να μαντέψει!

5. Αν οι ψυχικά πάσχοντες μπορούν να συνεισφέρουν παραγωγικά σε μια διαδικασία λύσης προβλημάτων (τους), έχουν κιόλας αποδείξει ότι μπορούν να δράσουν εποικοδομητικά και δεν χρειάζεται επομένως να αντιμετωπίζονται ως μη ισότιμα μέλη της θεραπευτικής ενότητας.

Συνέπεια: Οι κανόνες παραμονής τους στο σύστημα περίθαλψης μπορούν σ’ αυτήν την περίπτωση να γίνουν αντικείμενο διαπροσωπικής διαπραγμάτευσης με τους θεραπευτές τους με βάση πάντα τον εκάστοτε θεραπευτικό στόχο. Σ’ ένα τέτοιο „θεραπευτικό συμβόλαιο“ καταγράφονται τότε όχι μόνο οι υποχρεώσεις του πελάτη, αλλά και τα δικαιώματά του, καθώς και οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του επαγγελματικού πλαισίου βοήθειας.

Αν ψυχικά πάσχοντα πρόσωπα αναβαθμιστούν σε έναν ρόλο ισότιμου συνομιλητή στό σύστημα βοήθειας προς τους ίδιους, δεν είναι πια υποχρεωμένα να αναπαράγουν τον ρόλο τους ως αρρώστων, ώστε να παραμείνουν σ’ αυτό, δεν χρειάζεται και να δείχνουν ή να παράγουν συμπτώματα της αρρώστειας τους κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Αυτό θα μπορούσε μάλιστα μεσοπρόθεσμα να σημαίνει ότι θα είχαν από τον ίδιο το σύστημα την άδεια να γίνουν πραγματικά καλά!


ΙΙ. Μερικά χαρακτηριστικά των „Αυτονόητων“, η λειτουργικότητα της στασιμότητας και οι συνέπειες μιας απόφασης αλλαγής

Ένα μεγάλο μέρος των αυτονόητων που κρύβονται πίσω από τις καθημερινές λογικές οργάνωσης της δουλειάς και της συνύπαρξης των επαγγελματιών ψυχικής υγείας με τους πελάτες τους στηρίζονται σε παραδοσιακές προκαταλήψεις, οι οποίες είτε δεν έχουν γίνει ως τέτοιες ακόμα συνειδητές, είτε έχουν „επιβεβαιωθεί“ στην πορεία μιας μακροχρόνιας πορείας και εμπειρίας με τέτοια άτομα και ξαναυιοθετούνται αυτόματα ως δεδομένα, που σε μια κυκλική διαδικασία επανακαθορίζουν τον τρόπο διαπραγμάτευσης με τους ψυχικά πάσχοντες. Σ’ αυτήν την πορεία - επιφορτισμένη με πολλές ματαιώσεις από την πλευρά των επαγγελματιών - κυριαρχούν πολύ συχνά σχέσεις αντιπαλότητας, ανταγωνισμού, πατερναλισμού και άμυνας ανάμεσα στις δύο ομάδες, οι οποίες εμπλέκουν τους ψυχικά πάσχοντες και τους επαγγελματίες σε ένα παιχνίδι εξουσίας, που παραποιεί κατουσίαν τους ρόλους, τις προσδοκίες και τους στόχους και των δύο πλευρών.
Υποστηρίζουμε ότι από τη στιγμή που τα παραπάνω αυτονόητα και άλλα αυτού του τύπου ενεργοποιούνται στην δουλειά με ψυχικά πάσχοντες, επαναλαμβάνεται σχεδόν αναπόφευκτα και με μαζικό τρόπο η ιστορία της χρονιοποίησης και ιδρυματοποίησης τόσο των ίδιων όσο και των επαγγελματιών, ανεξάρτητα από το - λιγότερο ή περισσότερο „προοδευτικό“ - όνομα, που οι συγκεκριμένοι θεσμοί ή δομές φέρουν.
Μια τέτοια διαδικασία θεωρούμε ότι πλήττει με έναν εξίσου αντιδημιουργικό τρόπο τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, γιατί τους κλείνει τον δρόμο προς την χειραφέτησή τους από μια συνολική κουλτούρα Πεσσιμισμού, Εξουσιαστικότητας και Αισθήματος επαγγελματικής-επιστημονικής και προσωπικής αδυναμίας ή ανικανότητας αντίστασης στις δεδομένες δυναμικές, που σκοτώνει τη φαντασία και την ελπίδα τους στην δουλειά με τους ψυχικά πάσχοντες και οδηγεί τους ίδιους σε τάσεις παραίτησης και προσωπικής δυσφορίας.
Η στάση διατήρησης-συντήρησης αυτών των αυτονόητων στηρίζεται αναμφισβήτητα στις προσωπικές ανασφάλειες και στην απόλυτα κατανοητή ανάγκη των επαγγελματιών ψυχικής υγείας να παραμείνουν αποδεκτοί στο κοινωνικό και επαγγελματικό τους πλαίσιο. Σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο φαντάζουν εναλλακτικοί τρόποι διαπραγμάτευσης με την ψυχική „αρρώστεια“ και με τα ψυχικά πάσχοντα πρόσωπα συχνά απειλητικοί και ενσωματώνονται με δυσκολία και πολύ αργά στην κοινωνική καθημερινότητα. Γι΄ αυτό το λόγο μετατρέπεται το θέμα των - επιθυμητών ή όχι - αλλαγών προς μια νέα κουλτούρα χειραφέτησης στον ψυχοκοινωνικό χώρο σε ένα θέμα μιας νέας διαπραγμάτευσης με την ίδια την κοινωνία:
Γιατί αυτός ο τρόπος διαπραγμάτευσης δεν αποτελεί όμως την μοναδική δυνατότητα στην επαφή μας με ψυχικά πάσχοντες ανθρώπους. Έννοιες όπως „προσωπική συνάντηση με τον ψυχικά πάσχοντα“, „κοινή διαδικασία μάθησης“, „συντροφική συνεργασία κατά την ανάπτυξη κοινών στόχων“, „αλληλεγγύη“, “ανάπτυξη του δυναμικού αυτοβοήθειας των πελατών“, „αναγνώριση της προσωπικής τους ευθύνης στην διαδικασία της αρρώστειας ή της υγείας τους“ - προσπαθούν όλες να περιγράψουν έναν λιγότερο εξουσιαστικό και πιο αποτελεσματικό τρόπο συνεργασίας με τους ψυχικά πάσχοντες, ο οποίος ήδη έχει βρει τις πρώτες του εφαρμογές στο ψυχοκοινωνικό σύστημα. Το πέρασμα από την παραδοσιακή-ψυχιατρική κατανόηση επαγγελματικών ρόλων σε παρόμοιες εναλλακτικές οπτικές συνδέεται με ζητήματα βάσης στον κοινωνικό χώρο και δεν μπορεί να απαντηθεί ατομικά.

Υπάρχουν σήμερα στην κοινωνία αυτές οι πηγές δυναμικού, από τις οποίες θα μπορούσαν οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας - αν υποθέσουμε ότι το επιθυμούν!- να αντλήσουν την ενέργεια που τους χρειάζεται για να υπερβούν τα μέχρι σήμερα ισχύοντα θεσμικά τους όρια; Σε μια τέτοια περίπτωση ποιες είναι αυτές; Και, αν το παραπάνω σκεπτικό ισχύει, θα μπορούσε άραγε μια εναλλακτική πρακτική στον ψυχοκοινωνικό χώρο να λειτουργήσει ως ρήγμα ανανέωσης του τρόπου θεάσης της Διαφοράς στην ευρύτερη κοινωνία; Πώς θα μπορούσαν να εκτιμηθούν και να ζυγιστούν εκ των προτέρων τα υπέρ και τα κατά μιας τέτοιας δραστηριότητας;
Πού βρίσκεται η πρωταρχική αφετηρία ενός τέτοιου σκεπτικού προς αυτήν την κατεύθυνση;


ΙΙΙ. Ο δρόμος

Μακροχρόνια εμπειρία στον ψυχοκοινωνικό χώρο έχει δείξει ότι σε περιπτώσεις θεσμικών μετασχηματισμών, αλλά και αλλαγών σε πιο προσωπικά πλαίσια δουλειάς δεν υπάρχουν έτοιμες, προκατασκευασμένες λύσεις, που θα μπορούσαν να στηρίξουν εποικοδομητικά παρόμοιες διαδικασίες. Στην καθημερινή πρακτική γίνεται φανερό ότι ακόμα και οι βασικότερες έννοιες χρήσης είναι φορτισμένες με μεγάλη σχετικότητα και χάνουν όλο και περισσότερο το παραδοσιακό τους βάρος ως νόρμες σκέψης και δράσης.
Ø Τι είναι „φυσιολογικότητα“ και σε ποιο βαθμό είναι αποδεκτό να καθορίζει ως κεντρική έννοια τους στόχους μας στην ψυχοκοινωνική διαπραγμάτευση;
Ø Ποια ερωτήματα προκύπτουν όταν παρατηρείται πως αυτή η „φυσιολογικότητα“ είναι δυσλειτουργική και συχνά επιζήμια ακόμα και για τα θεωρούμενα „υγιή“ και „προσαρμοσμένα“ άτομα της εν λόγω της κοινωνίας;
Ø Πώς μπορεί κανείς να διαπραγματευτεί έναν ενδιάμεσο δρόμο ανάμεσα στην απόλυτη - πιθανόν ισοπεδωτική - κοινωνική „ενσωμάτωση“ των ψυχικά πασχόντων και σε μια ευρύτερη κοινωνική αποδοχή τους;
Ø Τι σημαίνει στην ψυχοκοινωνική πράξη ο στόχος της „αυτονόμησης“ ή „ανεξαρτητοποίησης“ των ψυχικά πασχόντων - συνήθως από τα συστήματα πρόνοιας;
Ø Πού βρίσκονται τα όρια ανάμεσα στην αυτονομία και την μοναχικότητα στην ζωή, ανάμεσα στην δύναμη που πηγάζει από την ανεξαρτησία και στην συναισθηματική ερήμωση και μοναξιά;
Ø Είναι πράγματι μη ρεαλιστική και πρακτικά ανεφάρμοστη μια διαδικασία συγκαθορισμού και συνεχούς τροποποίησης των όρων σύνδεσης του ψυχικά πάσχοντος με το ψυχοκοινωνικό σύστημα σύμφωνα με τις εκάστοτε προσωπικές του ανάγκες;
Ø Ποιο ρόλο παίζει σε μια διαδικασία προβληματισμού και πειραματισμού πάνω σ΄αυτά τα ζητήματα το συγκεκριμένο μοντέλο οργάνωσης της δουλειάς (π.χ. κάθετο/ιεραρχικό ή οριζόντιο μοντέλο οργάνωσης μοιρασμένης ευθύνης) των ψυχοκοινωνικών λειτουργών; Σε ποιο βαθμό προκύπτουν διαφορές στην πράξη κατά την εφαρμογή διαφορετικών εργασιακών σχημάτων;
Ø Τι σημαίνει, τέλος, και ποια λειτουργία πληρεί η σ’ αυτόν τον χώρο κυρίαρχη κουλτούρα του Πεσσιμισμού, στο πλαίσιο της οποίας απορρίπτονται ή παραμερίζονται οράματα στο όνομα του ρεαλισμού;

Το γεγονός ότι σ’ αυτήν την εργασία τίθενται περισσότερα ερωτήματα απ’ αυτά που απαντώνται δεν είναι τυχαίο. Στηρίζεται στην βεβαιότητα ότι στην εκάστοτε ρέουσα πραγματικότητα μόνο οι άμεσα ενδιαφερόμενοι μπορούν να δώσουν έγκυρες ερμηνείες και απαντήσεις. Η επίμονη αμφισβήτηση και επερώτηση συνθηκών και καταστάσεων που δυσχεραίνουν την συνύπαρξη και την δουλειά μας με τους ψυχικά πάσχοντες, φαίνεται να είναι ο πιο γόνιμος δρόμος για μια αποτελεσματική εμπειρία στον ψυχοκοινωνικό χώρο και μια δημιουργική προσωπική εξέλιξη τόσο των πελατών όσο και των επαγγελματιών των εν λόγω θεσμών.
Πυρήνα μιας τέτοιας εξελικτικής διαδικασίας μπορεί κατά τη γνώμη μας να αποτελέσει η ιδέα της „συνεργατικής αναζήτησης“ (γερμ. kooperativer Diskurs) ανάμεσα στα άμεσα εμπλεκόμενα πρόσωπα και την κοινότητα σε διάφορα επίπεδα επικοινωνίας και δράσης με την βεβαιότητα ότι ο ένας μπορεί να μάθει πολλά από τους άλλους. Αυτό μπορεί να αποτελέσει το κλειδί για την ανεύρεση λύσεων, την ανανέωση της καθημερινότητας, την ανάπτυξη μιας βασικής πολιτικής κουλτούρας, που θα καταστήσει δυνατές γόνιμες και αποτελεσματικές παρεμβάσεις.
Μια τέτοια επικοινωνία θα πρέπει να στηρίζεται στην αλληλεγγύη ανάμεσα στους επαγγελματίες, τους ψυχικά πάσχοντες και τις άλλες σχετιζόμενες κοινωνικές ομάδες και θα πρέπει να κατευθύνεται στην επεξεργασία μιας κοινής συνείδησης πάνω στους διάφορους ρόλους, την εκτίμηση των εκάστοτε δυναμικών και τους στόχους ενός ψυχοκοινωνικού μοντέλου ή πράξης. Σ’ αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να δοθεί καταρχήν στις ομοιότητες πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα απ’ ό,τι στις διαφορές των συμμετεχόντων ομάδων και προσώπων.
Μια τέτοια πολυεπίπεδη διαδικασία αποσκοπεί στην ευέλικτη συγκεκριμενοποίηση των ρόλων και των περιθωρίων δράσης του κάθε συμμετέχοντος μέλους. Απώτερος στόχος είναι η απελευθέρωση δυναμικών φαντασίας και αυτοβοήθειας τόσο των πελατών όσο και των επαγγελματιών του ψυχοκοινωνικού συστήματος, που στην πορεία θα πάρουν την μορφή μικρών ή ευρύτερων αυτοοργανωμένων πειραμάτων στην πράξη, τα οποία θα έχουν στην μεταξύ τους επαφή την ευκαιρία κριτικής και αυτοκριτικής, (αυτο)διόρθωσης και περαιτέρω εξέλιξης.

Η υιοθέτηση ενός τέτοιου σχήματος σκέψης και δουλειάς έρχεται ευνόητα σε ριζική αντίθεση με την φιλοσοφία και τους παραδοσιακούς τρόπους λειτουργίας της Ψυχιατρικής και φαντάζει, στην αρχή της τουλάχιστον, εξαιρετικά επίπονη και χρονοβόρα. Μ’ αυτήν την έννοια απαιτείται η λήψη μιας συνειδητής απόφασης από τα συμμετέχοντα πρόσωπα και η ανάπτυξη συλλογικής συνείδησης πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα, πριν προχωρήσει κανείς σε παρόμοιους πειραματισμούς. Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή οικοδόμηση μιας νέας κουλτούρας, που υπόσχεται νέες οπτικές και ενδιαφέροντα ανοίγματα σκέψης και δράσης τόσο στους ίδιους τους ψυχικά πάσχοντες όσο και στους επαγγελματίες συνομιλητές τους - σε μια μακροπρόθεσμη προοπτική δε, ακόμα και στην ίδια την κοινωνία.
[1] Εννοείται ότι ψυχιατρικά χρωματισμένοι όροι όπως ψυχικά πάσχων, θεραπεία κλπ. χρησιμοποιούνται στο άρθρο αυτό καθαρά συμβατικά και με πλήρη επίγνωση της δυναμικής που επιφέρουν στις σχέσεις και την δράση γύρω από την ψυχική υγεία ή ασθένεια, ακόμα και αν δεν μπαίνουν πάντα σε εισαγωγικά.